Τελευταία νέα & εκδηλώσεις
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
Η εφημερίδα μας
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

Δίμηνη έκδοση του
Μ.Π. Συλλόγου
Αλέξανδρος
Υψηλάντης
Νέα & εκδηλώσεις
Ίδρυση Ν.Τραπεζούντας

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του δημοδιδασκάλου Γεωργίου Κωνσταντινίδη ο  οποίος καταγόταν από την Στρώμνιτσα και περιγράφει την συμμετοχή του στην ίδρυση της Νέας Τραπεζούντας Πιερίας. Ασκούσε το επάγγελμα του δασκάλου στο χωριό Γκουρμπάτς (Κάτω Σούρμενα) του Κιλκίς απ’ όπου και αποφάσισε να φύγει εξ’ αιτίας των ενδοσυνοριακών ενοχλήσεων από βουλγάρους κομιτατζήδες όπως τις περιγράφει σε προηγούμενες σελίδες της αυτοβιογραφίας του. Το παρακάτω κείμενο ξεκινάει με την επαφή του με την επιτροπή των Οφιτών για την ίδρυση της Νέας Τραπεζούντας.

 

« Μια μέρα ήλθαν στο χωριό μια επιτροπή Ποντίων από τρία άτομα. Από τον Γεώργιον Βασιλειάδην, Αδάμ Μαυρόπουλον και Αναστάσιον Σεϊταρίδην. Εζήτησαν τον Αναστάσιον Παπαδόπουλον και εμένα. Μας είπαν τον σκοπόν των, ότι πρόκειται να αγοράσουν ένα κτήμα εις την περιφέρειαν της Κατερίνης εις το χωρίον Κάτω Αγιάννης προς τετρακοσίας δραχμάς το στρέμμα από την κ. Ελένην Αλντιτόπ την οποίαν εκπροσωπεί ο γαμβρός της ο Λέστος, και ότι φροντίζουν να κάμουν έναν συνεταιρισμόν Αγοράς Γαιών και μας επρότειναν να γίνουμε μέλη.

Εδεχθήκαμε την πρότασίν των και μ’ αυτούς πήγαμε εις την Κατερίνην να ιδούμε το μέρος, εάν είναι κατάλληλον ή όχι  για γεωργίαν και καπνοκαλλιέργειαν. Το έδαφος της περιφερείας Κατερίνης ήτο τότε ως επί το πλείστον δασώδες και ελώδες. Το βρήκαμε κατάλληλον και εγίναμε μέλη του Συνεταιρισμού τέσσερεις οικογένειες από το Γκουρμπάτς (Άνω Σουρμενα).

Το πήρα απόφαση να φύγω από το Γκουρμπάτς και ήρχισα να ετοιμάζομαι. Ήτο μην Μάρτιος, επούλησα τα γίδια, διότι ο αιγοβοσκός δεν εδέχθηκε να έλθη εις την Κατερίνη και αγόρασα τέσσαρες αγελάδες και ένα άλογο. Προτού να φύγω φρόντισα για το νεοϊδρυθησόμενο σχολείο,να συνάξω όσο το δυνατόν περισσότερα υλικά και να παραδώσω, αν και σχολείο δεν παρέλαβα. Μόλις τελείωσε η σχολική χρονιά 1926-27 παραιτήθηκα από διδάσκαλος και μετέφερα την οικογένεια εις την Κατερίνην. Παραιτήθηκα από το επάγγελμα διότι ήτο αδύνατον να μετατεθώ από την περιφέρειαν Κιλκίς, πρό πάντων από τα σύνορα, εις την περιφέρειαν της Κατερίνης. Μετέφερα και όλα τα ζώα εκτός απότον σκύλον, ο οποίος έμεινε εις το χωριό και από την λύπην του εψόφησε μετά απότρείς μήνες. Δια να μην είμαι  άεργος,εις τας αρχάς ανέλαβα με μισθόν διδασκάλου την γραμματείαν του Συνεταιρισμού και μετά εξ μήνας με τον Αναστάσιον Σεϊταρίδην ανοίξαμε παντοπωλείον.

Τον Σεπτέμβριον και Οκτώβριον του 1928 εγκατασταθήκαμε εις τον Αγιάννην είκοσι επτά οικογένειες . Ως κατοικία μεταχειρισθήκαμε τις βλάχικες από κλαδιά δένδρων καλύβες και ολίγα δωμάτια που ήσαν εις τας τρείς αποθήκας όπου εγκαταστήσαμε και το παντοπωλείον. Εις τύπον προσωρινότητας εκαθήσαμε δύο χρόνια, διότι ευρήκαμε πολλά εμπόδια έως ότου κατορθώσωμε να κάμωμε τα οριστικά συμβόλαια αγορά δια την εξής αιτίαν. Την εγκατάστασιν όλων των προσφύγων είχε αναλάβει η αγγλική εταιρεία Μοργκεντάουυπό την εγγύησιν του κράτους. Δεν επετρέπετο αγοραπωλησία μεγάλων κτημάτωνεκτός δασώδους μέρους. Εμείς προέβημεν εις αγοράν επειδή το μέρος ήτο δασώδες.Όλον το κτήμα εις τα προσύμφωνα ήτο δέκα χιλιάδες στρέμματα. Το κράτος μας επίταξε δια τους πρόσφυγας των χωρίων Αρμπαούτ και Κούκου περί τα δύο χιλιάδες στρέμματα και εις ημάς έμειναν περί τα οκτώ χιλιάδες στρέμματα. Οι εντόπιοι διεκδικούσαν και αυτοί. Καθημερινώς αγωνιζόμεθα με δικηγόρους και δικαστήρια. Ο ιδιοκτήτης αντί να μας παραδώσει κτήμα καθαρόν, μας παρέδωσε κτήμα περιπεπλεγμένον και ημείς έπρεπε να το απαλλάξωμε από τας δεσμεύσεις.

Τότε ανέλαβα και εγώ ως μέλος της επιτροπής εξαγοράς μαζί με τους άλλους. Ζητήσαμε διαφόρους τρόπους να το ξεδεσμεύσωμε το κτήμα, αλλά παντού εμπόδια. Διαθέσαμε πολιτικά μέσα, αλλά εστάθη αδύνατον διότι όλοι οι πέριξ κάτοικοι των χωρίων και οι εντόπιοι αντιδρούσαν, και εις τον τόπον της Κατερίνης είμεθα άγνωστοι και όλον το κράτος υπέρ αυτών και εναντίον μας. Ευτυχώς εις την Κατερίνην εγνωρισθήκαμε με το νιατρόν Οικονόμου Θεόδωρον ο οποίος ήτο έμπιστος του Παπαναστασίου του δημοκρατικού κόμματος. Εις αυτόν εξιστορήσαμε όλα τα της εξαγοράς του κτήματος και τα εμπόδια που μας προβάλλουν κράτος και κάτοικοι. Ευρισκόμεθα εις απορίαν πώς ημείς πρόσφυγες να θέλουμε να αποκατασταθούμε με χρήματά μας και να μη μας αφήνουν. Ο Οικονόμου μας υποσχέθηκε ότι αναλαμβάνει να μας τελειώσει την περίπλοκον αγοράν του κτήματος όπως και το κατόρθωσε. Κατά τύχη μας για ολίγο χρονικό διάστημα ο κ. Παπαναστασίου ανέλαβε πρωθυπουργός της κυβερνήσεως. Ημείς εκμεταλλευθήκαμε την περίπτωσιν αυτήν και αμέσως μετέβηκα εγώ εις την Κατερίνην και τον παρεκάλεσα να ενεργήση, έστω και χρήμα να δώσωμε εάν παραστή ανάγκη,αρκεί να τελειώσει η υπόθεσις της αγοράς. Και πράγματι, ήταν ημέραι πρό του νέου έτους του 1929, κατέβηκε δι’ υπόθεσίν του εις Αθήνας. Διηγήθηκε όλην τηνυπόθεσιν εις τον κ. Πρωθυπουργόν και τον παρεκαλεσε να διατάξη την άρσιν της απαλλοτριώσεως και την ελευθερίαν της πωλήσεως. Ο πρωθυπουργός αφού εμελέτησε τον φάκελλον της αγοραπωλησίας και είδε το δίκαιό μας, αμέσως εκδίδει διαταγήνγραπτήν ότι αίρεται η απαλλοτρίωσις και επιτρέπεται η πώλησις.

Την έγκρισιν του κ.Πρωθυπουργού μας την έφερε την παραμονήν του νέου έτους. Αυτό μας ήλθε ως πρωτοχρονιάτικο δώρον. Το έγγραφο το είχα εγώ, ο ιατρός με εκτιμούσε και με εκάλεσε εις την Κατερίνην και με χαρά μου έδωσε το έγγραφον. Όταν το έφερα εις το χωριό, οι συγχωριανοί μου έπαιζαν εις τα καλύβια(τα σπίτια μας) τυχερά παιχνίδια κατά το συνήθειον. Από τη χαράν των παραίτησαν τα παιγνίδια και ήρχισαν το τουφεκίδι.

Τώρα ήρχισεν άλλος αγών «των συνόρων», δηλαδή ποίον και πόσον τόπον αγοράσαμε.. Αγωνισθήκαμε με όλα τα γειτονικά χωριά δια την χάραξιν των συνόρων προ πάντων όμως με την Χράνην. Η τιμή του κτήματος της αγοράς από 400 δραχμές κατά στρέμμα έφθασε εις 500 δρχ.και καθημερινώς παρουσιάζοντο περιττά έξοδα. Οι τριάντα επτά οικογένειες οι οποίες πρωτοήλθαμε, τα ολίγα χρήματα που είχαμε τα εξοδεύσαμε. Εξετίμησα τότε την μεγάλην αλληλεγγύην και χριστιανικήν αγάπην την οποίαν είχαν οι οικογένειες από τον Πόντον προ πάντων από την περιφέρειαν του Πόντου, Όφις.

Το κτήμα το μοιράσαμε εις 100κλήρους. Ο κάθε συνεταίρος εδικαιούτο μέχρι δύο κλήρους να αγοράση. Αφού έγιναν τα οριστικά συμβόλαια άρχισαν να έρχονται εκ διαλειμμάτων οι αγοράσαντεςοικογένειες οι οποίες ήσαν σκορπισμένες εις διάφορα χωριά, προ πάντων εις τηνπεριφέρειαν Δράμας και άλλες μερικές εις το εξωτερικόν Ρωσσία και  Ρουμανία.Όλες οι οικογένειες κατήγοντο από τον Όφιν του Πόντου, εκτός των οικογενειών του Σάββα Ποζίδη, Δημητρίου Κατωνίδη, Ιωάννου Σαχινίδη, παπα-Κώστα Μικροπούλου από την Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολη), του Αγαθαγγέλου Αβραμίδου και Ιωάννου Παπαδοπούλου από την Μπάφρα, του Αναστασίου Παπαδοπούλου από την Ορντού(Κοτύωρα) Πόντου και εμού του Γεωργίου Κωνσταντινίδου του μόνου Μακεδόνος. Όλοι είχαν τους είχαν τους συγγενείς και φίλους των εκτός εμού και γι’ αυτό φρόντισα με την αξίαν μου να προσελκύσω την αγάπην και εκτίμησιν όλων.Για μένα όλοι ήσαν συγγενείς και φίλοι. Τους εξετίμησα δια την εργατικότητα την λιτότητα και την φιλοπρόοδον τάσιν των. Αυτές οι αρετές των με ήλκυσαν να γίνω συγχωριανός των. Εις τα πρώτα χρόνια της εγκαταστάσεώς μας όλες οι οικογένειες εζούσαμε ως μία οικογένεια. Η αλληλοβοήθεια ήτο γενική.

Το χωριό το νέο κατόπιν αποφάσεως όλων των συνεταίρων εκτίσθη επάνω από το χωριό των εντοπίων μακρυά περί του ενός χιλιομέτρου περίπου. Τα παιδιά εφοίτησαν εις το σχολείον τωνεντοπίων με μεγάλον κόπον λόγω της αποστάσεως και της μεγάλης λάσπης και του ανήφορου. Επίσης δια τον αυτόν λόγον και ο εκκλησιασμός ήτο δύσκολος, με όλεςαυτές τις δυσκολίες οι κάτοικοι του συνοικισμού μας ήσαν πολύ τακτικότεροι απότους εντοπίους και τους βουλγαροπρόσφυγες. Δια την πρόοδο του χωριού ειργάσθηκα μ’ όλην μου την καρδιά δια να αναδειχθή από όλες τις πλευρές.

Το νέο χωριό εχωρίσαμε ειςεκατό οικόπεδα, το κάθε οικόπεδο από τρείς χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα. Οιδρόμοι φαρδείς δέκα μέτρα και ρυμοτομία κανονική. Ο καθείς εις το οικόπεδό του έκτισε προσωρινό σπίτι με κλαδιά δένδρων και λάσπη. Χωράφια καλλιεργήσιμα έως ότου ανοίξουν ιδικά των, ενοικίαζαν από τους εντοπίους, προ πάντων καπνοχώραφα.Έκτισαν προσωρινόν σχολείον και συμφώνησαν με ιδιωτικόν διδάσκαλον δια να μηνταλαιπωρούνται τα παιδιά των . Έκτισαν προσωρινήν εκκλησίαν δια να εκκλησιάζονται. Είχαν δύο ιερείς, τον παπά Κώσταν Βασιλειάδην και τον παπά Κώσταν τον Μικρόπουλον. Νερό δεν υπήρχε τρεχάμενο και πόσιμο. Εφρόντισαν ο καθένας ατομικώς και με την ευλογία του Θεού, όλοι άνοιξαν πηγάδια (φρέατα) και εις ολίγον βάθος βρήκαν πόσιμο και αρκετό νερό.

Εις όλα τα παραπάνω συνέτεινα κι’ εγώ όσο ημπόρεσα.


Πρωτοδημοσιεύθηκε στηνεφημερίδα ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

 

 






 






επιστροφή
Φωτογραφικό
αρχείο του
συλλόγου μας
Φωτογραφικό αρχείο
Ακολουθήστε μας
στο facebook
Net.Works Jellyfish