Τελευταία νέα & εκδηλώσεις
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
Η εφημερίδα μας
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

Δίμηνη έκδοση του
Μ.Π. Συλλόγου
Αλέξανδρος
Υψηλάντης
ποντιακή μουσική

Τα μουσικά όργανα, που χρησιμοποιεί ο ποντιακός λαός, είναι έγχορδα, πνευστά και κρουστά. Είναι όργανα παραδοσιακά, που τα κατασκευάζουν ειδικοί λαϊκοί τεχνίτες, π.χ., λύρα, αγγείον (τουλούμ) κλπ. Είναι τα κυρίως λαϊκά μουσικά όργανα των ποντίων.

Υπάρχουν όμως και άλλα όργανα, π.χ., κλαρίνο, βιολί κλπ., που παίζονται από λαϊκούς οργανοπαίχτες στον Πόντο, χωρίς να κατασκευάζονται από λαϊκούς τεχνίτες. Είναι προϊόντα της βιομηχανίας και τεχνολογίας και για τον ποντιακό λαό μουσικά όργανα «δάνεια», που τα εισάγει στην μουσική του, για να την εμπλουτίσει, καλύπτοντας ταυτόχρονα πιο άνετα τις καλλιτεχνικές του ανάγκες. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Οι σλάβοι, π.χ., έχουν βάλλει στη λαϊκή τους μουσική το ακορντεόν. Το κλαρίνο, που είναι μουσικό όργανο διαφόρων λαών, εμφανίζεται στην ελλαδική δημοτική μουσική γύρω στα 1830.

Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Λύρα: Το βασικό μουσικό όργανο των ποντίων είναι η λύρα. Έχει τρείς χορδές και παίζεται με δοξάρι. Κατασκευάζεται κυρίως από ξύλο δαμασκηνιάς «κοκκίμελον». Οι διαστάσεις της δεν είναι απολύτως σταθερές. Μια κανονική λύρα μπορεί να έχει 50 εκ. μήκος, περίπου 9 εκ. φάρδος στη μέση και βάθος 4 εκ. Παλαιότερα, οι χορδές κατασκευάζονταν από έντερο αλλά κα από μετάξι. Σήμερα, χρησιμοποιούνται και ατσάλινες χορδές.

Η λύρα χορδίζεται κατά διαστήματα «τέταρτης». Το χόρδισμα «τιζιάν» δεν γίνεται σε σταθερούς τόνους. Πότε χορδίζεται σε ψηλό τόνο «ζίλια» και άλλοτε σε χαμηλό «καπάνια». Έτσι, οι μουσικές της δυνατότητες αυξάνονται σε μεγάλο βαθμό, με αποτέλεσμα να υπερέχει σημαντικά από τα άλλα ποντιακά μουσικά όργανα. Οι μεγάλες λύρες παίζουν σε χαμηλό τόνο, ενώ οι μικρές σε ψηλό τόνο. Κατά κανόνα, ο τρόπος παιξίματος είναι «η συγχορδία».

Η όλη δομή της ποντιακής λύρας εμφανίζει χαρακτηριστικά στοιχεία βυζαντινής προέλευσης. Αλλά η απώτατη προέλευσή της ανάγεται στη μυθική εποχή. Είναι εφεύρεση του Ερμή, που την κατασκεύασε με καβούκι χελώνας, όπου τοποθέτησε τρείς χορδές από έντερο βοδιού. Κατά την εξέλιξή της προστέθηκαν και άλλες χορδές. Η ποντιακή λύρα, όπως και η κρητική(της οποίας όμως το χόρδισμα είναι κατά πέμπτες), παρέμεινε τρίχορδη. Ο Ερμής λοιπόν την επινόησε και την χάρισε στον Απόλλωνα. Σημειώνουμε ότι οι χαρακτηρισμοί των χορδών της ποντιακής λύρας – ήτοι με ψηλό τόνο ως «ζίλ», της μεσαίας ως «μεσαίον» και της χοντρής ως «καπάν» -συμπίπτουν με εκείνους του Διόδωρου του Σικελιώτη, «οξύν-βαρύν-μέσον». Σημειώνουμε ακόμη, ότι η ποντιακή λύρα αποκαλείται και «κεμεντζέ» ή «κεμεντζόπον», που σημαίνει στα τουρκικά «βιολάκι».

Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Γαβάλ: Έχει και άλλες ονομασίες: Γαβαλόπον, καβάλ’ και καβαλόπον. Πρόκειται για τούρκικη ονομασία. Σε ορισμένες περιοχές του Πόντου, π.χ. στη Ματσούκα ονομάζεται «χειλιάβριν»... χειλέων αυλός, δηλαδή αυλός, που παίζεται με τα χείλη. Είναι το κατ’ εξοχήν μουσικό όργανο του τσοπάνου. Όργανο πνευστό, που κατασκευάζεται από ξύλο. Μοιάζει με ξύλινο σωλήνα, όπου, σε ευθεία γραμμή και σε κανονικά διαστήματα, ανοίγονται έξη τρύπες, που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχες νότες.

Ο αυλός (φλογέρα) είναι το αρχαιότερο πνευστό μουσικό λαϊκό όργανο. Κατά τον μύθο, τον επινόησε η Αθηνά, θέλοντας να μιμηθεί τα θρηνολογήματα των αδελφάδων της Γοργώς, που την σκότωσε ο Περσέας. Πήρε λοιπόν κόκκαλο ελαφιού, όπου άνοιξε τρύπες, για να το θέσει σε μουσική λειτουργία τρεμουλιάζοντας τα δάχτυλά της πάνω σ’ αυτές και φυσώντας ταυτόχρονα από την μια άκρη του. Ανεβαίνει έπειτα στον Όλυμπο και παίζει μπροστά στους Δώδεκα Θεούς. Η Ήρα και η Αφροδίτη την κοροϊδεύουν, επειδή με το φύσημα του αυλού παραφουσκώνουν τα μαγουλά της και παραμορφώνεται έτσι το πρόσωπό της. Η Αθηνά, για να εξακριβώσει το βάσιμο της ειρωνείας, πηγαίνει κοντά σ’ ένα ποτάμι και καθρεφτίζεται στα νερά του παίζοντα τον αυλό. Διαπιστώνει την αλήθεια και πετάει τον αυλό. Και ήταν τόση η αποδοκιμασία της προς αυτόν, ώστε να καταραστεί όποιον θα ήθελε να τον χρησιμοποιήσει πια σαν μουσικό όργανο. Παρ’ όλα αυτά, ο αυλός εμφανίζεται ξανά στη ζωή και μάλιστα σε διαγωνισμό με τη λύρα, καθώς αποκαλύπτει ο σχετικός μύθος.

Ο διαγωνισμός: Μετά την εγκατάλειψη του αυλού από την Αθηνά, τον ανευρίσκει ο Σάτυρος Μαρσύας, ο οποίος τον παίζει με πάθος, τολμώντας ακόμη να διαγωνιστεί με τον λυράρη Απόλλωνα. Κατά τον μύθο, ο διαγωνισμός γίνεται μπροστά σε κριτές, που διχάζονται, ή μπροστά σε όλες τις μούσες. Κατά την άποψη του Δ. Σικελιώτη (η σωστή και επικρατούσα), στον διαγωνισμό νικά ο Απόλλωνας, γιατί έχει την ευχέρεια, παίζοντας, να τραγουδά. Λέγεται μάλιστα, ότι ο Απόλλωνας μεταμορφώνει τα αυτιά του Μαρσύα σε αυτιά γαϊδάρου. Τούτη η πράξη έχει συμβολικό σημασία: Τον μονότονο και ηχηρό αυλό(ιδίως με την παραλλαγή του ζουρνά) το γαβάλ’, δεν δίνει την δυνατότητα στον αυλητή να παίζει και να τραγουδά ταυτόχρονα. Το αντίθετο συμβαίνει με τη λύρα. Σύμφωνα μάλιστα με την ποντιακή λαϊκή αντίληψη, όσο καλός κι αν είναι ο λυράρης, αν δεν τραγουδάει, δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόλογος καλλιτέχνης.

Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Το Αγγείον: Είναι ο αρχαίος άσκαυλος. Στην ποντιακή διάλεκτο έχει διάφορες ονομασίες: Αγγείον, τουλούμ, τούλουμπαν, τουλούμ – ζουρνά. Στους άλλους έλληνες, το μουσικό τούτο λαϊκό όργανο είναι γνωστό ως «γκάιτα» ή «τσαμπούνα».

Ο άσκαυλος κατασκευάζεται από δέρμα προβάτου, που το επεξεργάζεται κατάλληλα ο λαϊκός τεχνίτης. Ολόκληρο το τομάρι από το πρόβατο μετατρέπεται σε ένα είδος αεροθαλάμου. Υπάρχει ειδικός επιστόμιος σωλήνας πάνω από τον ασκό, από όπου φυσά ο οργανοπαίχτης κατά διάφορα διαστήματα, ενώ παίζει, για να αναπληρώνει την απώλεια του αέρα, που φεύγει από τον αυλό. Στην γκάιτα είναι τοποθετημένος ένας αυλός με τις κεκανονισμένες τρύπες. Ο δεύτερος αυλός, που λειτουργεί κι αυτός στο όργανο, είναι για να κρατάει απλώς το «ίσο». Με το «αγγείον» του Πόντου τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ειδικός σωλήνας για «ίσο» δεν υπάρχει. Υπάρχουν δύο αυλοί, τοποθετημένοι ο ένας παράπλευρα στον άλλο, ομοιόμορφοι από κάθε άποψη. Έτσι, παίζουν δύο αυλοί μαζί στον ίδιο τόνο και με την ίδια μελωδία.

Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Η Ζουρνά: ο (ζουρνάς) είναι είδος αυλού. Η φωνή της είναι πολύ οξύτερη. Αποτελεί εξέλιξη του αρχαίου «οξύαυλου». Το λαϊκό τούτο όργανο, σε διάφορες παραλλαγές, είναι γνωστό σε όλες σχεδόν τις περιοχές του Πόντου. Είναι πολύ θορυβώδες και καλύπτει άνετα τις υπαίθριες μουσικές ανάγκες.






Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Το Νταούλι: Απαραίτητος σύντροφος του ζουρνά είναι το νταούλι (όργανο κρουστό). Με το ταούλ’ και την ζουρνάν, ο γάμος παίρνει πανηγυρικό χαρακτήρα. Ομορφαίνει το σχετικό γλέντι. Λένε χαρακτηριστικά οι Ματσουκαίοι: «Ση Ματσούκαν όνταν εγυναίκιζες και ζουρνάν ‘κ’ είχες, η καρή σ’ εφήνε σε χά... αρ εσύ άμον ντο θέλ’ τς έπαρ’ το...».





Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Η Κεμανέ: Είναι ένα είδος λύρας σε μεγαλύτερο όμως μέγεθος. Κεμανέ ή κεμανή. Δεν είναι τόσο διαδεδομένη όπως η λύρα. Ωστόσο, είναι γνωστή σε αρκετές περιοχές του Πόντου και ιδίως στους ποντίους του Ατά-Παζάρ’.

Η κεμανέ έχει πέντε χορδές βασικές. Αυτές θίγονται με το δοξάρι. Υπάρχουν όμως και άλλες τρείς χορδές, κάτω από τις βασικές, που απλώς αντηχούν και συμπληρώνουν τον ήχο και τη μελωδία των βασικών χορδών. Σε άλλη παραλλαγή του ίδιου οργάνου οι βασικές χορδές είναι οχτώ και οι άλλες πέντε. Το χόρδισμα της κεμανής ακολουθεί το σύστημα της λύρας. Είναι αυτονόητο, ότι το όργανο τούτο διαθέτει περισσότερες μουσικές κλίμακες.

Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Κλαρίνο: Το κλαρίνο είναι σύγχρονο δημιούργημα. Χαρακτηρίζεται ως ευθύαυλος, που συσχετίζεται άμεσα με τον αρχαίο αυλό. Τελειοποιείται το 1690 στη Νυρεμβέργη από τον Χριστόφορο Ντέννερ. Μεταγενέστερα βελτιώνεται ακόμη περισσότερο. Είναι γνωστό στο Δυτικό Πόντο και στην περιοχή Κάρς.







Ποντιακός Μορφωτικός Σύλλογος Αλέξανδρος Υψηλαντης Βιολί: Για το βιολί, που είναι γνωστό στις ίδιες– όπου και το κλαρίνο-περιοχές του Πόντου, λέγεται ότι προέρχεται από το ινδικό όργανο «ραβάναστρον» ή «ραβανάστρα» και, κατ’ άλλους, από το αραβικό μονόχορδο όργανο «ρεμπέκ», το οποίο εμφανίζεται στην Κεϋλάνη το 5000 Π.Χ. Η τελειοποίηση και του βιολιού γίνεται στην Ευρώπη κατά τους τελευταίους αιώνες.

Το ούτι, η κιθάρα, το μαντολίνο κ.ά. χρησιμοποιούνται από ποντίους ορισμένων περιοχών, όχι όμως σαν γνήσια μουσικά λαϊκά όργανα, αλλά απλώς σαν μουσικά εκφραστικά μέσα για την απόδοση όχι τόσο παραδοσιακών σκοπών, όσο για την εκτέλεση διαφόρων άλλων τραγουδιών. Υπάρχουν βέβαια και άλλοι τρόποι, με τους οποίους εκφράζει ο λαός τα μουσικά του αισθήματα, όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα στα πλαίσια της γραφικής αγροτικής ζωής. Π.χ., με την κατασκευή ενός πρόχειρου και υποτυπώδους αυλίσκου «ζαμπάρα» από καλάμι σταχυού. Οι μουσικές αυτές επιδόσεις αποτελούν κυρίως ψυχαγωγία των παιδιών και προπαίδεια για την κατοπινή είσοδό τους στη σφαίρα της ποντιακής μούσας.

Εκτός από τον συνδυασμό ζουρνά και νταουλιού, εναρμονίζονται και άλλα όργανα για τη συγκρότηση λαϊκών ορχηστρών. Σε περιοχές, π.χ., του Δυτικού Πόντου και του Κάρς συγκροτούνται τέτοιες ορχήστρες με κλαρίνο (ή ζουρνά), βιολί (ή λύρα), νταούλι (στην Κερασούντα π.χ., ούτι ή κιθάρα) κλπ, που καλύπτουν ανάγκες, μουσικές και χορευτικές, στα διάφορα πανηγύρια, τους γάμους κλπ.


Πηγή: «Τα τραγούδια του Ποντιακού λαού»
Στάθη Ι. Ευσταθιάδη.

Φωτογραφικό
αρχείο του
συλλόγου μας
Φωτογραφικό αρχείο
Ακολουθήστε μας
στο facebook
Net.Works Jellyfish