Τελευταία νέα & εκδηλώσεις
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
Η εφημερίδα μας
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

Δίμηνη έκδοση του
Μ.Π. Συλλόγου
Αλέξανδρος
Υψηλάντης
Όφις του Πόντου
ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

Hλία Ιω. Χατζηϊωαννίδη

ΙΔΙΑΖΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΤΟΝ ΟΦI

Όπως αναφέρουμε και αλλού, οι Πόντιοι τόσο στον Πόντο, όσο και εδώ, στην Ελλάδα,έτρεφαν και εξακολουθούν να τρέφουν μεγάλο σεβασμό στους ιερωμένους και στους γεροντότερους. Οι νέοι ποτέ δεν κάθονταν κοντά τους με το ένα πόδι πάνω στο άλλο κι ούτε κάπνιζαν μπροστά τους. Ήσαν υπάκουοι και εκτελούσαν πάντα ό,τι τους έλεγαν. Παραχωρούσαν πρόθυμα τη θέση τους ή το κάθισμά τους στους γεροντότερους και γενικά σε πρόσωπα, που έχρηζαν ιδιαίτερης προσοχής και τιμής.

Για τους Πόντιους η θρησκεία ήταν πανίσχυρη δύναμη και παρήγορη ιδέα. Σ’ αυτήν κατέφευγαν στις δύσκολες στιγμές της μακραίωνης δουλείας. Τηρούσαν με μεγάλη ευλάβεια, ιδιαίτερα στον Όφη, όλες τις θρησκευτικές γιορτές, μεγάλες και μικρές.

Εδώ θ’ αναφέρουμε μερικές μόνο γιορτές, που γιορτάζονταν σύμφωνα με τις ποντιακές παραδόσεις και τα ποντιακά έθιμα.

Το Δωδεκαήμερο.

Αυτό ήταν το χρονικό διάστημα από την πρώτη ημέρα των Χριστουγέννων ως την ημέρα των Φώτων.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, με το πέσιμο της νύχτας, έβγαιναν οι νέοι και οιμεσήλικες του χωριού με μέλη της σχολικής Εφορείας και εθύμιζαν, έλεγαν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα υπέρ των αναγκών του σχολείου. Προτού αρχίσουντο«…αποψνί βραδύ παιδί ’γεννέθεν»., ο επικεφαλής της παρέας αναφωνούσε το απαραίτητο «ο Θεός να πολυχρονίζ’ τον κύριον…», αρχίζοντας από τον αρχηγό της οικογένειας και τελειώνοντας στο τελευταίο με την ομαδική για το καθένα ευχή«Αμήν.»Όταν το τροπάριο έφτανε στο σημείο «ε αφέντη μου, να μη κοιμάσαι, άψο το κερί κι έλα σήν πόρτα…» ο σπιτονοικοκύρης άναβε κερί και πήγαινε στην πόρτα. Η παρέα έκλεινε τα κάλαντα με την ομαδική ευχή «Εις έτη πολλά.»

Ο σπιτονοικοκύρης άνοιγε τότε την πόρτα και υποδεχόταν την παρέα, ενώ η οικοδέσποινα ή η νύφη ή η μεγαλύτερη κόρη φίλευε την παρά με ρακή, λεφτοκάρια,μήλα και άλλα. Τα κάλαντα συνόδευε συνήθως το ωραίο έθιμο μομόερα.

Το ίδιο ακριβώς γινότανε και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς με το πρωτοχρονιάτικο άσμα «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά………»

Οι ημέρες του Δωδεκαήμερου θεωρούνταν «στοιχειωμένες» (οφίτικα πιζιλία). Για το λόγο αυτό στο διάστημα του Δωδεκαήμερου δεν τελούνταν γάμοι και αποφεύγονταν οι νυχτερινές εργασίες, γιατί πίστευαν, πως σ’ αυτό το διάστημα κυριαρχούσαν τα μάϊσσας ή τζαζήδιας (καλικάντζαροι).

Την ημέρα των Φώτων γινόταν σωστός πόλεμος στην εκκλησία, ποιος να βουτήξει πρώτος το μαστραπά του στο αγιασμένο νερό και να πάρει αγιασμό. Με τον αγιασμό αυτό ράντιζαν το σπίτι, το στάβλο και τα χωράφια. Το υπόλοιπο το κρατούσαν μέσα σε μπουκάλι ερμητικά κλεισμένο. Πίστευαν ότι το αγιασμένο νερό δεν παθαίνει αλλοίωση.

Η γιορτή του Αγίου Βλασίου είχε ξεχωριστή σημασία στον Όφη. Την ημέρα αυτή δεν έκαναν καμιά δουλειά, γιατί πίστευαν ότι ήταν μεγάλη αμαρτία και ότι μπορούσε να γεννηθεί παιδάκι ή μοσχαράκι ελαττωματικό. Τόσο, μάλιστα, πίστευαν σ’ αυτό,ώστε και το ψωμί ακόμα το ’κοβαν σε φέτες από την παραμονή. Και για να έχουν τη συνείδησή τους αναπαυμένη, βάζανε την ημέρα εκείνη μερικούς κολοκυθόσπορους ή φασόλια, για να πάει σ’ αυτά τυχούσα εκτροπή από τα καθιερωμένα.

Σ’ εφτά Καλομηνά (στις 7 του Μάη) έπηζαν (εμαρκάτωναν) γιαούρτι με βροχόνερο. Σε πολλά μέρη την ημέρα αυτή συνήθιζαν να κάνουν αφαίμαξη με βδέλλες ή με βεντούζες (κοτόσια).

Πρωτοχρονιάτικα έθιμα

Η Πρωτοχρονιά ήταν η κατ’ εξοχήν συμβολική γιορτή. Γι’ αυτό συνδέεται με πλήθος εθίμων στα ελληνικά χωριά του Πόντου.

Επειδή είναι η πρώτη μέρα του χρόνου, η λαϊκή φαντασία και η λαϊκή ψυχή θέλει να πιστεύει ότι μερικά γεγονότα, που θα γίνουν την Πρωτοχρονιά τυχαία ή σκόπιμα,θα έχουν την επίδρασή τους σ’ όλο το χρόνο. Γι’ αυτό η Πρωτοχρονιά είναι και ημέρα «προφητική», ημέρα, από τα ασήμαντα επεισόδια της οποίας οι Έλληνες του Πόντου προσπαθούσαν να μαντέψουν, πώς θα πάει όλη η χρονιά. Αν θα έχει χαρές ή λύπες, ευτυχίες ή δυστυχίες, ευχάριστα ή δυσάρεστα γεγονότα. Ο καθένας, λοιπόν,προσπαθεί να προλάβει να κάνει κάτι, που να έχει οπωσδήποτε ευνοϊκή επίδραση σ’όλο το χρόνο, κάτι, που θ’ αποσπάσει την εύνοια του χρόνου.

Πολλά από τα έθιμα, που αναφέρονται στην Πρωτοχρονιά, ζουν ακόμα και εδώ στην ελεύθερη Ελλάδα και είναι ανάμνηση των παλαιοτέρων μας. Πολλά από αυτά διατηρούνται ανάμεσα στους Πόντιους, παραμένουν όμως άγνωστα σε πολλούς και θα ξεχαστούν οπωσδήποτε σιγά, σιγά μαζί με τις άλλες περίεργες όσο και ωραίες παραδόσεις του Ελληνικού λαού και ιδιαίτερα των Ποντίων, αν εμείς, η τελευταίαφρουρά των ξεριζωμένων Ποντίων, δεν μεριμνήσουμε για τη διατήρησή τους.

Θα αναφέρουμε μερικά μόνο από τα έθιμα αυτά.

Κάθε πρώτη του χρόνου οι κοπέλες του χωριού χύνουν το παλιό νερό, που έμεινε στις στάμνες από την προηγούμενη χρονιά, και βγαίνουν στις βρύσες (κρονία:κρουνιά),τσεσμέδες, κουΐα (πηγάδια), για να πάρουν φρέσκο πρωτοχρονιάτικο νερό. Το’χουν, μάλιστα, σε καλό να φιλέψουν τη βρύση ή το πηγάδι με κάτι. Πηγαίνουν,λοιπόν, ρύζι, κάστανα, φουντούκια και άλλα και τ’ αφήνουν δίπλα στη βρύση.Πρώτ’ απ’ όλα όμως φροντίζουν, ποιος ή ποια να πάει πρώτος στη βρύση. Γεμίζουν τις στάμνες ή κουκούμια και γυρίζουν στο σπίτι. Με αυτό το νερό πλένονται, πλένουν και τα μαλλιά τους οι κοπέλες, για να κάνουν πλούσιες κοτσίδες. Η σπιτονοικοκυρά ραντίζει, καλαντιάζ’ τα ζώα στο μαντρί λέγοντας:«Κάλαντα,κάλαντα, καλώς τα καλαντάρα. Αγούρα μωρά και θελυκά μουσκάρα»

Τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς έκοβαν το ιστιοζύμ’ (είδος πίττας με καλαμποκάλευροζυμωμένο με μικρά κομματάκια καβουρντισμένο κρέας) με το απαραίτητο τυχερό νόμισμα.

Θεωρούνταν μεγάλη χαρά, όταν την Πρωτοχρονιά έμπαινε στο σπίτι πρώτο μικρό αγοράκι.Φρόντιζαν να βάλει πρώτα το δεξί του ποδαράκι. Αν οι δουλειές της χρονιάς εκείνης πήγαιναν καλά, έλεγαν: «Πολλά καλό ποδαρικό είχε το μωρό».

Παλαιότερα, ένα από τα χαρακτηριστικότερα έθιμα της Πρωτοχρονιάς ήταν να καλαντιάζουν τα όπλα τους. Έπρεπε, δηλαδή, από κάθε όπλο να πέσει από μια ντουφεκιά, που ήταν ένας χαιρετισμός του καινούργιου χρόνου.

Η Σαρακοστή

Ας παρακολουθήσουμε τώρα τα έθιμα της Μ. Σαρακοστής από την πρώτη μέρα, την Καθαρά Δευτέρα.

Η μεγάλη Σαρακοστή άρχιζε από τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς τη Δευτέρα. Τη νύχτα της Κυριακής έτρωγαν ό,τι νηστίσιμο είχαν: μουχλαμά, φούστρο, ξύγαλα, και ό,τιάλλο είχαν. Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας ήταν μέρα γενικής καθαριότητας στην κυριολεξία. Όλες οι γυναίκες ήσαν επί ποδός. Τρίβανε με άμμο, στάχτη και χώμα όλα τα μαγειρικά σκεύη, χαλκά, σαχάνια, χουλιάρια κ.ά., τα βράζανε μέσα σε αλισίβα (σταχτόνερο), ώστε να μη έχει μείνει σ’ αυτά ίχνος από λιπαρές ουσίες, πουπαραβιάζουν το αυστηρό έθιμο της θρησκευτικής νηστείας. Με την ευκαιρία αυτή γινόταν και γενική καθαριότητα του σπιτιού, το αποσκευάρισμα.

Φαντάζεται τώρα κανείς, με τι σχολαστικότητα κρατούσαν τις νηστείες στον Όφη. Ως και στα μικρά ακόμα παιδιά επέβαλλαν αυστηρά τη νηστεία. Τα τρομοκρατούσαν με τηνκουκάρα (μπαμπούλα), ένα χοντρό κρεμμύδι με μερικά κοκορίσια φτερά κρεμασμένο με σπάγγο από το ταβάνι. Μόνο τα βυζανιάρικα μωρά και οι βαριά άρρωστοι εξαιρούνταν.

Τις πρώτες τρεις ημέρες της Σαρακοστής νήστευαν τελείως (δεν τρώγανε τίποτε),τριημέριζαν. Τα νηστίσιμα φαγητά τους ήσαν: μαυρολάχανα σαλάτα(γουλία),μαυρολάχανα πολτοποιημένα με φτερωτή, φασόλια, σουρβά (τσορβάς),στύπα(τρουσιά) και όποιος είχε, τσάι, γιατί το τσάι εκείνα τα χρόνια εσπάνιζε και θεωρούνταν πολυτέλεια.

Η νηστεία συνοδεύονταν αυστηρότατα πρωί βράδυ με προσευχή και γονυκλισίες. Την τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής γινόταν η εξομολόγηση (ξομολόεμα) από ηλικιωμένο πνευματικό, που περιέρχονταν τα χωριά, και το Πάσχα κοινωνούσαν.

ΤηνΚυριακή των Βαΐων ομάδες ομάδες με βάϊα στα χέρια τα παιδιά περιέρχονταν το χωριό ψέλνονταν το τροπάριο της ανάστασης του Λαζάρου και μαζεύανε αυγά.

Τη Μ. Πέμπτη πήγαιναν στην εκκλησία λίγο αλάτι και βρασμένα αυγά και τατοποθετούσαν κάτω από την Αγία Τράπεζα. Μετά τη λειτουργία της Αναστάσεως τα έπαιρναν και τα ’τρωγαν, όπως είδαμε, την ημέρα της Λαμπρής πριν από το φαγητό.

Τη Μ. Παρασκευή δεν έτρωγαν τίποτε.

Πάσχα

   Όλοι ετοιμάζονται για τη μεγάλη αυτή μέρα της Αναστάσεως του Χριστού, που συμβολίζει και την Ανάσταση του υπόδουλου Ελληνισμού. Έτσι, το Πάσχα για τους αλύτρωτους Έλληνες είχε τριπλό συμβολισμό:την Ανάσταση του Κυρίου, την ανάσταση του γένους και την ανάσταση της φύσης,ότι δηλαδή, ήρθε η θαλερή άνοιξη. Ως κι αυτοί ακόμα οι Τούρκοι λέγανε: «Κιζίλγεμουρντανούν καπουσί γερέ τσναμέιντζα, γιάζ γκελμέζ»(όσο το τσόφλι του κόκκινου αυγού δεν πέσει στη γη, η άνοιξη δεν έρχεται).

   Τη Μεγάλη Εβδομάδα στον Όφη επικρατούσε το εξής χαρακτηριστικό: Τη Μ. Πέμπτη πήγαιναν στην εκκλησία στα Δώδεκα Ευαγγέλια και στον Επιτάφιο και Τούρκοι. Έμπαιναν κάτω από το τραπέζι, πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένος ο Επιτάφιος και έσκυβαν με ευλάβεια τα κεφάλια τους.

   Τη Μ. Παρασκευή από το πρωί μαζεύονταν πολλά κορίτσια και συγύριζαν την εκκλησία, μανουάλια, κανδήλια, πολυελαίους, εικονοστάτες.Μετά τα μεσάνυχτα γινόταν η αποκαθήλωση. Τα παιδιά παρέες παρέες, με τη σύνοψη στα χέρια, ήσαν έτοιμα να ψάλουν τον Επιτάφιο θρήνο.

   Ήρθε το Πάσχα, η λαμπρή των Ποντίων. Οι καμπάνες των εκκλησιών σημαίνουν χαρμόσυνα. Όλοι είναι επί ποδός. Όσοι δεν ξύπνησαν από τις κωδωνοκρουσίες ειδοποιούνται από τους συγγενείς και τους γείτονες. Στην Ανάσταση δεν έπρεπε να λείψει κανείς.

   Η Λαμπρή ήταν ιδιαίτερη χαρά για τα παιδιά.Την ημέρα αυτή θα φορούσαν τα καινούργια ρούχα, που τους αγόρασαν οι γονείς τους.Γι’ αυτό και με τόση αγωνία περίμεναν πότε να ξημερώσει η μεγάλη αυτή ημέρα.

   Στον Όφη και στον Πόντο γενικά, η Ανάσταση δεν γινόταν τα μεσάνυχτα, όπως εδώ στην Ελλάδα, αλλά τα χαράματα της Κυριακής,«όρθρου βαθέως», κατά τα ιερά κείμενα.

   Πριν αρχίσει η λειτουργία της Αναστάσεως, ο παπάς ρωτούσε από την Ωραία Πύλη, αν λείπει κανένας χωρικός και έπρεπε να ειδοποιηθεί. Και μόνο ύστερα από την προσέλευση όλων των χριστιανών άρχιζε να ψάλλετε το τροπάριο της Αναστάσεως.

   Το πρωί της Αναστάσεως και προτού ν’ απολύσει η εκκλησία, άρχιζε ο ασπασμός. Ο γεροντότερος των κατοίκων παίρνει από το χέρι του παπά την εικόνα της Αναστάσεως, ο δεύτερος τον Σταυρό και ακολουθούν στη σειρά δυο τρεις, σχηματίζουν μια γραμμή και χαιρετά ο καθένας όλους τους άλλους λέγοντας «Χριστός Ανέστη.» Αυτό το θεωρούσαν αδελφοσύνη. Όσοι είχαν μικροδιαφορές αναμεταξύ τους συμφιλιώνονταν λέγοντας ο ένας τον άλλον:«σχώραμε»«ο Θεός να σχωρά σε «και μετά κοινωνούσαν.

   Η Λαμπρή στον Πόντο, ξέχωρα από όσα παραπάνω έχουμε πει, είχε και εθνικό χαρακτήρα. Οι ξενιτεμένοι έπρεπε να γυρίσουν στασπίτια τους και να κάνουν τη Λαμπρή μαζί με τους δικούς τους. Παράλληλα, το έθιμο των πυροβολισμών, που σε καμιά άλλη θρησκευτική τελετή δεν μπορούσε να προκληθεί, ήταν το  αποκορύφωμα ενός εθνικού παραληρήματος. Με τους πυροβολισμούς δεν χαιρετούσαν μόνο την Ανάσταση του Χριστού, αλλά και την ανάσταση τους Έθνους και δυνάμωνε την πίστη τους στη μελλοντική ανάσταση τους Γένους.

   Μετά την Ανάσταση ο κόσμος πήγαινε σπίτι.Τσούγκριζαν τ’ αυγά, που πήγαν την Μ. Πέμπτη στην εκκλησία, και αναφωνούσαν:«Χριστός Ανέστη.» «Αληθώς Ανέστη» Έτρωγαν τα «ευχιασμένα» αυγά και ύστερα στρώνονταν και τρώγανε. Ύστερα άρχιζαν οι επισκέψεις στα σπίτια.

   Η Διπλανάσταση, η Αγάπη, γινόταν το απόγευμα. Το Ευαγγέλιο λέγονταν σ’ όλες τις χριστιανικές γλώσσες και στα αραβικά.

   Στη Διπλανάσταση αρχίζει με πολύ πάθος το τσούγκρισμα των αυγών. Ομάδες ομάδες οι μερακλήδες αμιλλώνται, ποιος θα βγει«πρωταθλητής» στο τσούγκρισμα, ποιανού αυγό θα κατισχύσει. Ιαχές και ατέλειωτες ζητωκραυγές δονούν την ατμόσφαιρα υπέρ του νικητή. Την ακολουθία της Διπλανάστασης συνόδευαν ομοβροντίες οπλοφόρων.

 Με τα πανέρια στα χέρια γεμάτα κόκκινα αυγά ή πίττες περιμένουν οι χριστιανοί κοντά στα μνήματα τον παπά, να ψάλει τρισάγιο πάνω στον τάφο των προσφιλών τους. Τα μνήματα συνηθίζονταν να είναι κοντά στην εκκλησία, για ν’ ανάβουν κεριά στα κοιμητήρια, που χρησιμοποιούνταν αντί για σταυρό. Μέσα σ’ αυτά ήταν λαξευμένη μια πορτίτσα. Την τελετή της διανομής των αυγών στα μνήματα παρακολουθούσαν και Τούρκοι, που έπαιρναν με χαρά το κόκκινο αυγό.

Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα άρχιζαν οι χοροί και οι πανηγυρισμοί κάτω από τους γλυκούς ήχους της λύρας, κεμεντζέ, και του τουλούμ ζουρνά ή νταούλ ζουρνά. Ο χορός του Πάσχα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον. Δεν επρόκειτο μόνο για διασκέδαση,αλλά και για λατρευτική παράδοση.

Πρώτοςσ έρνει το χορό ο ίδιος ο παπάς. Τούτο είχε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, που έδεναν αμεσότατα το χορό της ημέρας με τη λατρεία. Ο παπάς κάθε χωριού του Όφη απαραίτητα έπρεπε μια φορά να γυρίζει τον κυκλικό χορό του Πάσχα, για να συνεχίζουν οι νέοι και οι μεσόκοποι ως το βράδυ.

Οι μέρες του Πάσχα λέγονταν λαμπροήμερα. Σ’ όλο το διάστημα των πενήντα ημερών μετά το Πάσχα οι Οφίτες χαιρετιόντουσαν μόνο με το «Χριστός Ανέστη»«Αληθώς Ανέστη»

 

 

 

 

 

 

 

 

Φωτογραφικό
αρχείο του
συλλόγου μας
Φωτογραφικό αρχείο
Ακολουθήστε μας
στο facebook
Net.Works Jellyfish