Τελευταία νέα & εκδηλώσεις
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
Η εφημερίδα μας
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

Δίμηνη έκδοση του
Μ.Π. Συλλόγου
Αλέξανδρος
Υψηλάντης
Όφις του Πόντου
Η κοιλάδα του Όφεως και ο ερχομός του Ισλάμ

Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΟΦΕΩΣ ΚΑΙ Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ:
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ
Της Μαργ. Πουτουρίδου

Βρισκόμενη περίπου 60 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης της Τραπεζούντας, η κοιλάδα του Όφεως δεν είναι παρά μια από τις πολλές κοιλάδες που διαδέχονται η μια την άλλη κατακερματίζοντας ουσιαστικά τη στενή λωρίδα γης που απλώνεται ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τον ορεινό όγκο των  Ποντιακών Άλπεων. Δύο ποταμοί, ο Solakli κι ο Baltaci, καθώς κι παραπόταμοί τους, αποτελούν τους άξονες κατά μήκος των οποίων κείτονται οι συνοικισμοί της περιοχής. Ξεκινώντας από το επίπεδο της θάλασσας κοντά στην πόλη του Όφεως, η κοιλάδα υψώνεται δραματικά προς το νότο, προς την κατεύθυνση του περάσματος Soganli στα 2750 μέτρα ακριβώς κάτω του οποίου διέρχεται ο δρόμος από την ακτή κι ο οποίος συνεχίζει για την Bayburt και το οροπέδιο της Ανατολίας.
Σύντομα μετά την πτώση της Τραπεζούντας το 1461 η περιοχή κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς και λίγα χρόνια αργότερα ενσωματώθηκε στο τιμαριωτικό σύστημα. Παρά την αλλαγή κι αντικατάσταση ενός Χριστιανού Αυτοκράτορα από έναν Μουσουλμάνο Σουλτάνο, οι Χριστιανοί κάτοικοι της κοιλάδας του Όφεως παρέμειναν η πλειοψηφία για τα πρώτα 150 χρόνια της Οθωμανικής εξουσίας.
Ενώ στο τελευταίο τέταρτο του δέκατου έκτου αιώνα σημειώθηκε επιτάχυνση της αύξησης του αριθμού των μουσουλμάνων, μόνο κατά τη διάρκεια των ετών του δέκατου έβδομου αιώνα άρχισε η μετατροπή της περιοχής σε προπύργιο του Σουνιτικού Ισλάμ. Η περίπτωση του Όφεως παραμένει μοναδική ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες κατακτημένες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας απλά επειδή πολλοί κάτοικοι του Όφεως επέλεξαν να διατηρήσουν τα Ποντιακά Ελληνικά σαν μητρική τους γλώσσα παρά να υιοθετήσουν τα Τουρκικά. Ακόμη και σήμερα το γεγονός πως αυτή η διάλεκτος ομιλείται στα χωριά της άνω κοιλάδας σαν δείγμα της ζωντανής μνήμης του χριστιανικού τους παρελθόντος εξηγεί γιατί τα γεγονότα  που αφορούν τον προσηλυτισμό τους  εξακολουθούν να είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα των τοπικών συζητήσεων.
Η παρούσα παρουσίαση του υλικού που σχετίζεται με τα γεγονότα στην κοιλάδα του Όφεως κατά τη διάρκεια των πρώτων Οθωμανικών αιώνων δεν μπορεί να ελπίζει να απαντήσει κατηγορηματικά στα ερωτήματα που θέτει η ύπαρξη του ελληνόφωνου τουρκικού πληθυσμού της. Ωστόσο, πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της περιγραφής των παραμέτρων και των πηγών για μια επισταμένη κι αναλυτική έρευνα.
Το κείμενο αυτό θα εξετάσει δυο πολύ διαφορετικές πηγές πληροφοριών  για τη ζωή στην κοιλάδα του Όφεως:  τα γραπτά κείμενα και τις προφορικές παραδόσεις τόσο των Μουσουλμάνων όσο και των Χριστιανών πρώην κατοίκων της περιοχής.

Μια ματιά στα τουρκικά κείμενα του δέκατου έκτου αιώνα 

Αντίθετα με τη γειτονική Μacka όπου οι υπάρχουσες μελέτες μας επιτρέπουν να ανακαλύψουμε τη συνέχεια των γεγονότων από την ύστερη βυζαντινή περίοδο ως την πρώιμη οθωμανική, η ιστορία της κοιλάδας του Όφεως δεν έχει ερευνηθεί μεθοδικά. Υπάρχουν αρκετές δευτερεύουσες πηγές τόσο στα ελληνικά όσο και στα τουρκικά, κι από αυτές, η πλειοψηφία τους καταλήγει σε μάλλον προβλέψιμα συμπεράσματα που αφορούν το φαινόμενο των ελληνόφωνων. 
Ο Hasan Umur είναι ο μόνος συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με αρχειακές πηγές. Στα  έργα του «Οf Tarihi» και «Οf Tarihine Ek», παρέχει μερικές μεταγραφές τριών φορολογικών καταλόγων της περιοχής του δεκάτου έκτου αιώνα καθώς κι έναν αριθμό φιρμανιών, μια συλλογή δικαστικών εγγραφών, κι άλλα ντοκουμέντα που περιέχουν αναφορές στην περιοχή του Όφεως, σε μια προσπάθεια να ιχνηλατήσει τις ιστορικές εξελίξεις στην κοιλάδα κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων της Οθωμανικής κατάκτησης.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που συγκέντρωσε ο Umur, τα κρατικά έγγραφα του 1515 καταγράφουν 60 συνοικισμούς και 2601 νοικοκυριά που υπόκειντο σε φορολογία (hane). Όλοι σχεδόν αυτοί οι συνοικισμοί βρίσκονταν εγκατεστημένοι στο χαμηλότερο ήμισυ της κοιλάδας και ειδικά στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Solakli και Baltaci. Από ένα σύνολο 2601 νοικοκυριών, μόνο τα 51 καταγράφονται να ανήκουν σε μουσουλμάνους (σχεδόν το 2% του πληθυσμού) ενώ τα υπόλοιπα 2550 (98%) είναι χριστιανικά. Στην πραγματικότητα, μόνο σε μια χούφτα χωριών καταγράφεται μουσουλμανική παρουσία.
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το κρατικό έγγραφο (defter) του 1553 καταγράφει 67 συνοικισμούς με ένα συνολικό αριθμό 3194 νοικοκυριών. Από αυτά, τα 365 ανήκουν σε μουσουλμάνους (χοντρικά το 11% του πληθυσμού) και τα υπόλοιπα 2829 σε χριστιανούς (χοντρικά 88%). Πέρα από τα χωριά που μας είναι ήδη γνώριμα από το προηγούμενο defter, εμφανίζονται για πρώτη φορά 7 νέα χωριουδάκια κάτω από την καταχώρηση haric az defter.
Όλα σχεδόν τα  επτά νέα χωριά βρίσκονται εγκατεστημένα πολύ ψηλότερα από τον ρου του Solakli και ψηλά στα βουνά πάνω από τις πηγές του Baltaci. Σε 6 από αυτά, ο αριθμός των φορολογούμενων νοικοκυριών ποικίλει από 5 έως και 17. Ενώ είναι πάντα πιθανό ότι αυτοί οι συνοικισμοί έχαιραν προηγουμένως ειδικών φορολογικών ατελειών κι απαλλαγών, κρίνοντας από τον μικρό αριθμό των καταγραφόμενων νοικοκυριών, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε πως πρόκειται πιθανά για νεοϊδρυθέντα χωριά.
Στο τρίτο defter με ημερομηνία 1583, με 75 χωριά και 4159 νοικοκυριά, οι μουσουλμανικές εγκαταστάσεις έχουν εκτοξευτεί στις 991 εστίες, ή το 24% του πληθυσμού, ενώ ο αριθμός των χριστιανών έχει ανεβεί με πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις στα 3168 νοικοκυριά  (76%). Ένας επιπλέον αριθμός 8 νέων συνοικισμών καταγράφονται ως «haric az defter», από τους οποίους οι μισοί δεν καταγράφουν μουσουλμανική παρουσία ενώ οι υπόλοιποι έχουν από 3 έως 8 μουσουλμανικά νοικοκυριά. Από τους συνοικισμούς αυτούς, 5 είναι εγκατεστημένοι ψηλά στην κοιλάδα στην ίδια γενικά περιοχή όπως και τα χωριά «haric» που αναφέρονται στον κατάλογο του 1553.
Στην εργασία του για τους Τούρκους της Μαύρης Θάλασσας, ο Michael Meeker ανέλυσε τις αλλαγές στην δημογραφία της κοιλάδας χρησιμοποιώντας τα ίδια στοιχεία από τους φορολογικούς καταλόγους του Hasan Umur. Παρατήρησε μια γενική αύξηση του πληθυσμού στη διάρκεια του δέκατου έκτου αιώνα (μια έντονη αύξηση στην περίπτωση των μουσουλμάνων, και μια πιο ομαλή στην περίπτωση των χριστιανών). Συγκρίνοντας πληροφορίες από τα τρία defters κι έχοντας υπόψη τις χρονολογίες και τη γεωφυσική διαμόρφωση του χώρου, κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι χριστιανοί είχαν αρχίσει να υποχωρούν προς τα  ερημικά δάση της άνω κοιλάδας, και μακριά από τις περιοχές όπου σημειωνόταν δραματική αύξηση του αριθμού των μουσουλμάνων. Οπωσδήποτε η φυγή προς ψηλότερα μέρη από την πλευρά των χριστιανών ραγιάδων κατά τη διάρκεια του δέκατου έκτου αιώνα είναι ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί σε πολλές περιοχές τόσο στα δυτικά της Μαύρης Θάλασσας όσο και στα Βαλκάνια.

Iσκαντέρ /  Αλέξανδρος και η φυγή στα βουνά

Η ύπαρξη των μουσουλμάνων του Όφεως των οποίων η μητρική γλώσσα ήταν τα Ποντιακά Ελληνικά απασχόλησαν πολλούς ντόπιους Έλληνες μελετητές του 19ου αιώνα. Τα μελετήματά τους, διαποτισμένα από το πνεύμα  των άγριων χρόνων που ακολούθησε το Tanzimat, δε βλέπουν άλλο λόγο παρά μόνο εκείνο της θρησκευτικής καταπίεσης ως υπεύθυνο για την «αποστασία» της κοιλάδας του Όφεως. Ακόμη, απόλυτη είναι η αίσθηση ότι οι κάτοικοι του Όφεως θυσίασαν την ορθόδοξη πίστη τους με σκοπό να διατηρήσουν τη γλώσσα και τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής τους.
Η πιο δημοφιλής εκδοχή των γεγονότων που υπάρχει σε σχεδόν όλες τις ιστορίες της περιόδου αποδίδει τους μαζικούς προσηλυτισμούς σε έναν καυγά ανάμεσα στον Αλέξανδρο, Επίσκοπο του Όφεως και τον  Μητροπολίτη της Τραπεζούντας, κάπου στα μέσα του 17ου αιώνα. Ο Αλέξανδρος έκανε το τολμηρό βήμα της προσχώρησης στο Ισλάμ, και ως Ισκαντέρ μπέης πια, «σατράπης» της Τραπεζούντας

«εμφανίστηκε στον ελληνικό πληθυσμό ...και μετέτρεψε πολλές από τις εκκλησίες που είχαν παραμείνει ακόμη στα χέρια τους σε τζαμιά και δημόσια  λουτρά, επέβαλλε χωρίς έλεος αβάσταχτους φόρους ... κι απείλησε τον ελληνικό πληθυσμό  με προσηλυτισμό ή θάνατο. Αυτήν την εποχή ήταν που προσηλυτίστηκαν οι κάτοικοι του Όφεως... Λέγεται ακόμη πως οι Τραπεζούντιοι, μέσα στην απελπισία τους, παραζαλισμένοι από το βάρος της νέας βαριάς φορολογίας, βγήκαν από την πόλη και το έριξαν στο ποτό και τη διασκέδαση».

Τελικά ο Ισκαντέρ, «ανήμπορος να επανορθώσει για όσα κακά είχε διαπράξει», διακήρυξε μπροστά στον ουλεμά την επιστροφή του στη χριστιανική πίστη και

«εκτελέστηκε κρυφά τη νύχτα δια απαγχονισμού και θάφτηκε λίγο πιο πέρα από το οθωμανικό τζαμί κοντά στο Γκιαούρ μειντάνι όπου εκτελούνταν εκείνοι που είχαν επιζητήσει την επιστροφή στα πάτρια».

Άλλοι συγγραφείς αμφισβητούν την αλήθεια της διήγησης για τον Αλέξανδρο κι επέλεξαν να αποδώσουν την «αποστασία» των κατοίκων του Όφεως στην τυραννία και την καταπίεση των τοπικών μπέηδων. Τοποθετούν τον χρόνο του μαζικού προσηλυτισμού τους στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, ταυτόχρονα με την πρώτη εμφάνιση των τυράννων στην κοιλάδα. Απρόθυμοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα σχετικά με τους μουσουλμάνους του Όφεως κατά πρόσωπο, δεν ήταν λίγες οι φορές που συμπεριλάμβαναν απόκρυφες αναφορές σε κατοίκους του Όφεως που «ζηλότυπα φυλούσαν τα ιερά χριστιανικά βιβλία και λείψανα των προγόνων τους μαζί με τη γλώσσα τους».
Προφορικές παραδόσεις των χριστιανών κατοίκων του Όφεως που έφτασαν στην Ελλάδα το 1923 ως πρόσφυγες μιλούν για τον πανικό που προκλήθηκε από την άφιξη στην κοιλάδα των οθωμανικών στρατευμάτων, γεγονός που ακολούθησε την κατάληψη της Τραπεζούντας. Επιχειρώντας να αποφύγουν τις βιαιοπραγίες και την πίεση να προσηλυτιστούν, οι πρόγονοί τους κατέφυγαν ψηλά στην κοιλάδα κι έζησαν στα απομονωμένα ξέφωτα  των δασών των βουνών, όπου παρέμειναν κρυμμένοι για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Εκείνοι που επέστρεψαν στα χωριά τους μόλις τα πράγματα ηρέμησαν, ανακάλυψαν πως οι γείτονές τους είχαν στο μεταξύ ασπαστεί το Ισλάμ ενώ συγχρόνως διατηρούσαν της κοινή τους διάλεκτο, τα  Ποντιακά Ελληνικά.
Η ορεινή περιοχή στην οποία είχαν βρει καταφύγιο οι πανικόβλητοι χριστιανοί είναι πραγματικά ένα από τα πιο απότομα και βραχώδη μέρη της κοιλάδας του Όφεως, όπου οι κορυφές ξεπερνούν σε ύψος  τα 2500 μέτρα. Είναι επίσης η περιοχή όπου ιδρύθηκαν τα «haric az defter»  χωριά των φορολογικών καταλόγων του 1553 και 1583.
Άλλες μαρτυρίες μιλούν για ομάδες προσφύγων που ζούσαν στα δάση κι οι οποίοι τελικά  κατάφεραν διασχίζοντας τα βουνά Karcalak να φτάσουν στα Σούρμενα. Εκεί, έτυχαν καλής υποδοχής από τους τοπικούς αγάδες, οι οποίοι προσκάλεσαν τους εξουθενωμένους Οφφίτες να εγκατασταθούν  στα μέρη τους με αντάλλαγμα να καλλιεργήσουν και να εργαστούν στα κτήματά τους. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκαν τα χωριά  Asu, Cikoli, Cita, Karakanci και Meksezi.
Υποστηρίζοντας την παράδοση που θέλει τους κατοίκους του Όφεως να «καταφεύγουν κυνηγημένοι» στα Σούρμενα, χωρικοί των εκεί πολυάριθμων συνοικισμών έχουν επίγνωση του γεγονότος πως οι πρόγονοί τους κατάγονται από την κοιλάδα του Όφεως. Οικογενειακά επίθετα συνέχισαν να είναι κοινά τόσο στους χριστιανούς των Σουρμένων όσο και στους μουσουλμάνους του Όφεως. Μέχρι και το 1923 όταν εγκατέλειψαν τη Μαύρη Θάλασσα, συχνές επιγαμίες και μια κοινή υποδιάλεκτος της ελληνικής  γλώσσας δυνάμωσαν τους δεσμούς ανάμεσα στους χριστιανούς του Όφεως και των Σουρμένων.
Αυτός ο δεσμός ανάμεσα στις περιοχές του Όφεως και των Σουρμένων προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη περιέργεια αν κανείς συμβουλευτεί τα κρατικά φορολογικά έγγραφα. Σύμφωνα με τους φορολογικούς καταλόγους, ανάμεσα στα χωριά των Σουρμένων Asu, Cikoli, Karakanci, Cide και Meksezi όπου διατηρείται η παράδοση πως ιδρύθηκαν από κατοίκους του Όφεως, εμφανίζονται για πρώτη φορά στο mufassal defter του 1583. Εκτός από το Asu με 72 νοικοκυριά, όλοι αυτοί οι συνοικισμοί δεν αποτελούνται παρά μόνο από ελάχιστα νοικοκυριά.
Φαίνεται πως στο δεύτερο μισό του δέκατου έκτου αιώνα σημειώθηκε μια μετακίνηση πληθυσμού από την περιοχή του Όφεως πάνω από τα βουνά που κατέληξε στην κοιλάδα των Σούρμενων. Την ίδια περίοδο, στα Σούρμενα σημειώθηκε μια απότομη αύξηση στον αριθμό ίδρυσης νέων συνοικισμών και φορολογούμενων νοικοκυριών, που ο Bilgin αποδίδει σε εισροή εποίκων που έφτασαν από άλλες περιοχές. Αυτή η αύξηση ακολούθησε μια δραματική μείωση στον πληθυσμό των Σουρμένων που καταγράφεται στο defter του 1553 - γεγονός που φέρνει στο νου τους τοπικούς αγάδες που προσκάλεσαν τους πρόσφυγες από την περιοχή του Όφεως να εγκατασταθούν στα εδάφη  τους. 
Η εξάρτηση από προφορικές μόνον ιστορικές πηγές είναι αναξιόπιστο μέσο για να μπορέσει κανείς να ανακατασκευάσει το παρελθόν. Καθώς περνά ο χρόνος, η μνήμη των ιστορικών γεγονότων τείνει να μεταμορφώνεται και να παίρνει διαστάσεις θρύλου. Κατοπινές γενιές συχνά αυτοσχεδιάζουν όταν καλούνται να συμπληρώσουν τα κενά των τοπικών ιστορικών τους παραδόσεων. Κατά περίπτωση, οι ιστορίες συμπληρώνονται και δέχονται στοιχεία βελτίωσης έτσι ώστε να εκφράζουν το δυνατόν καλύτερα τα ιδανικά της συγκεκριμένης ομάδας. Τα συσσωρευμένα βιώματα  της κοινότητας  κι οι αλλαγές στις συνθήκες ζωής παίζουν επίσης ένα ρόλο στο πως περνά από γενιά σε γενιά η συλλογική μνήμη. Συνδυαζόμενη, ωστόσο, με τις γραπτές πηγές η προφορική παράδοση μπορεί να βοηθήσει ώστε να παρουσιαστεί μια πιο πλήρης εικόνα της υπό εξέτασης περιόδου.

Οι Ελληνόφωνοι Ιεραπόστολοι από το Maras
 
Οι λίγες τουρκικές μελέτες που πραγματεύονται το ακανθώδες ζήτημα των ελληνόφωνων κατοίκων του Όφεως τείνουν να περιγράψουν το φαινόμενο ως αποτέλεσμα του πλήρους εξελληνισμού των τουρκικών φύλων που μετανάστευσαν στην ανατολική Μαύρη Θάλασσα μέσω Καυκάσου ανάμεσα στο 2000 και το 750 π.Χ., για να ξαναβρούν την εθνική τουρκική τους ταυτότητα κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου.
Αφηγήσεις που περιγράφουν την εξάπλωση του Ισλάμ στην κοιλάδα τονίζουν τα ειρηνικά μέσα μέσω των οποίων αυτή κατορθώθηκε. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή είναι η ιστορία  εκείνη των τριών ελληνόφωνων δερβίσηδων από την πόλη Maras που πέτυχαν να προσηλυτίσουν στο Ισλάμ την κοιλάδα του Όφεως περίπου έναν αιώνα μετά την κατάκτηση της Τραπεζούντας.
Οι κάτοικοι του Maras όφειλαν το γλωσσικό τους ταλέντο στο γεγονός ότι ήταν απόγονοι Ελλήνων Ορθόδοξων θεολόγων από την περιοχή του Όφεως, οι οποίοι, την εποχή του Χαλίφη Omer  είχαν σταλεί από τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης σε ένα είδος πρωτότυπου διαγωνισμού που έγινε στην Ιερουσαλήμ προκειμένου να αποδείξουν την ανωτερότητα του Χριστιανισμού απέναντι στο Ισλάμ. Έχοντας, όμως, πειστεί από τα πολλά αποδεικτικά στοιχεία που αποκαλύφτηκαν από τους μουσουλμάνους θεολόγους, τελικά ήταν οι ιερωμένοι από την περιοχή του Όφεως εκείνοι που ασπάστηκαν το Ισλάμ και που εγκαταστάθηκαν  στην πόλη Maras.
Χίλια χρόνια αργότερα, οδηγημένοι από ένα όνειρο, οι απόγονοί τους  επέστρεψαν στη γη των προγόνων τους για να κηρύξουν τον αληθινό λόγο στους άπιστους. Αν και στην αρχή συνάντησαν αντίσταση , μετά τον προσηλυτισμό των ντόπιων ιερωμένων, το παράδειγμά τους ακολούθησε κι ο υπόλοιπος πληθυσμός. Με αυτόν τον τρόπο οι δερβίσηδες από το Maras ολοκλήρωσαν τον κύκλο που είχαν ξεκινήσει πριν από τόσα χρόνια οι αποστάτες πρόγονοί τους. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας απ’ αυτούς θάφτηκε στο χωριό Pacan, όπου ακόμη και σήμερα το μήνα του θεωρείται ιερός τόπος  προσκυνήματος.
Αν και η ιστορία των δερβίσηδων είναι γνωστή σ’ όλη την περιοχή του Όφεως, η συγγραφέας σε μια επίσκεψή της στο άνω μέρος της κοιλάδας κατέγραψε μια πολύ διαφορετική ερμηνεία των γεγονότων.


Οι Ιεραπόστολοι από το Maras II: η ιστορία του Παύλου
 
Η Πάνω και Κάτω Okena, τα δυο χωριά που αναφέρονται στην παρακάτω μελέτη βρίσκονται ακριβώς στο ψηλότερο σημείο της κοιλάδας Solakli πάνω στο δρόμο για την Bayburt. Όπως είναι συνηθισμένο ανάμεσα στους ομιλητές της Ποντιακής διαλέκτους παντού, έτσι και οι χωρικοί της Okena συνεχίζουν να χρησιμοποιούν μεταξύ τους παρατσούκλια (σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις το χριστιανικό όνομα κάποιου πρόγονού τους). Σ’ αυτήν την περίπτωση o άνθρωπος που υπήρξε η πηγή αυτών των πληροφοριών για τη συγγραφέα έχει το επίθετο Pavlanton, με άλλα λόγια από το σόι - πατριά του Παύλου και η παρακάτω αφήγηση αφορά στον μακρινό του πρόγονο, τον ιερωμένο του χωριού Παύλο.
Μετά την πτώση της Τραπεζούντας, ο Σουλτάνος Fatih εμπιστεύτηκε την κατάκτηση του υπόλοιπου τμήματος του Πόντου στον Βαλή της πόλης, Hizir Bey. Προελαύνοντας  προς τα ανατολικά με το στρατό του, ο Hizir Bey έφτασε στην περιοχή Caykara, όπου απαγόρευσε την ομιλία των Ελληνικών και επιδίωξε να κάνει τους κατοίκους ν’ ασπαστούν το Ισλάμ. Τρομοκρατημένοι, εκείνοι που δεν προσηλυτίστηκαν, κατέφυγαν στα βουνά.
Τώρα, σχεδόν έναν αιώνα μετά, οι δερβίσηδες από το Maras έφτασαν από την κατεύθυνση της Bayburt μέσω του περάσματος Soganli. H πλειοψηφία των κατοίκων στην κάτω κοιλάδα είχε ήδη ασπαστεί το Ισλάμ, μη βλέποντας το λόγο να μείνουν προσκολλημένοι στα πατροπαράδοτα αφού ο αυτοκράτορας είχε χαθεί και οι Τούρκοι είχαν παγιωθεί αμετάκλητα πια στις θέσεις τους. Με την άφιξή τους στην Πάνω Okena, ο παπάς του χωριού ονομαζόμενος Shatosh επιχείρησε να επιτεθεί στους δερβίσηδες και τη συνοδεία τους μ’ ένα τσεκούρι. Άλλοι, όμως, που μόλις είχαν ασπαστεί το Ισλάμ τον επέπληξαν λέγοντας «έχεις χάσει το μυαλό σου, ο Τούρκος πήρε την Τραπεζούντα, και μέχρι πάνω στα Caykara όλοι έχουν γίνει Μουσουλμάνοι».Τότε κι αυτός με τη σειρά του προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ.
Μετά οι δερβίσηδες από το Maras έφτασαν στην Κάτω Okena και συγκέντρωσαν τους κατοίκους του χωριού. Ο Παύλος, ο ιερέας του χωριού, αρνήθηκε ν’ ασπαστεί το Ισλάμ. Αντιμέτωποι με την αποφασιστική άρνησή του, έκοψαν μπροστά του τα κεφάλια των τεσσάρων παιδιών του και τα πέταξαν μέσα σ’ ένα καλάθι. Ανάγκασαν τον Παύλο να παρελάσει μπροστά απ’ τους κατοίκους του χωριού με το μακάβριο φορτίο του ζεμένο στο λαιμό του. Τα τέσσερα  αδέλφια του που είχαν ήδη προσηλυτιστεί τον ικέτευαν να σώσει τον εαυτό του και ν’ ασπαστεί το Ισλάμ, αλλά εκείνος συνέχιζε ν’ αρνείται, εκμυστηρευμένος πως το μόνο πράγμα που φοβάται είναι η πείνα. Τ’ αδέλφια του αμέσως τον πρόδωσαν και μετά από τρεις μέρες ξυλοδαρμού και απομόνωσης σ’ ένα σκοτεινό κελί, ο ιερέας υπέκυψε και προσηλυτίστηκε. Έγινε μουσουλμάνος αλλά δεν έζησε πολύ μετά απ’ όλες αυτές τις κακουχίες.

Η Διαδικασία του Εξισλαμισμού 

Οι πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα  είναι μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από την πλήρη ενσωμάτωση της περιοχή του Όφεως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται στο defter του 1515, το χριστιανικό στοιχείο παραμένει το κυρίαρχο. Το γεγονός πως οι μουσουλμάνοι αποτελούν μόνο το 2% των φορολογούμενων νοικοκυριών θα μπορούσε ν’ αποτελέσει στοιχείο ότι δεν είχε υπάρξει εγκατάσταση εποίκων από άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο. Είναι πιθανό ότι αυτή η κατάσταση παρέμενε αμετάβλητη μέχρι τα μέσα του αιώνα. Ως τότε οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 11% του συνολικού πληθυσμού της κοιλάδας. Ενώ ο αριθμός τους ήταν ακόμη σχετικά μικρός, είχαν σχεδόν τετραπλασιαστεί μέσα σε σαράντα χρόνια. Μετά από σχεδόν έναν αιώνα οθωμανικής διακυβέρνησης, η θρησκεία των κατακτητών φαίνεται να έχει αργά αλλά σταθερά κερδίσει έδαφος.
Μέχρι το 1583, σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της κοιλάδας του Όφεως ήταν μουσουλμάνοι, αν όχι Τουρκόφωνοι. Οι χριστιανοί εγκατέλειπαν τα χαμηλά της κοιλάδας για τα ψηλότερα μέρη. Δεν είναι ξεκάθαρο αν κατέφευγαν σ’ αυτήν την κίνηση λόγω της άφιξης νέων εποίκων, ή επειδή είχαν χειροτερέψει οι σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτούς και τους προσήλυτους.
Προφανώς η διαδικασία της αλλαγής στο θρησκευτικό χαρακτήρα της περιοχής συνεχίστηκε επί αιώνες και σίγουρα πρέπει να διήρκεσε μέχρι και πρόσφατα. Στα αρχεία CAMS που αναφέρονται στην περιοχή του Όφεως υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές σε ρημαγμένες εκκλησίες και προσκυνητάρια σ’ ολόκληρη την κοιλάδα, πολλά από τα οποία βρίσκονται σε μουσουλμανικές γειτονιές και χωριά. Ντόπιοι χριστιανοί διατήρησαν τη μνήμη αφοσίωσης για ένα μεγάλο αριθμό τέτοιων ρημαγμένων τόπων λατρείας και συνήθιζαν να συγκεντρώνονται μαζικά εκεί την ημέρα της γιορτής του συγκεκριμένου αγίου. Αυτή η διατήρηση στη μνήμη τόσων λεπτομερειών μπορεί ν’ αποτελεί ένδειξη πως συγκεκριμένες περιοχές απώλεσαν τον χριστιανικό τους χαρακτήρα σε μια πολύ μεταγενέστερη χρονική περίοδο. 
Αναμφίβολα, υπήρξε μια περίοδος που οι δυο θρησκείες συνυπήρχαν πριν η ισλαμική γίνει η κυρίαρχη θρησκεία. Πολλά από τα ελληνόφωνα χωριά στην άνω κοιλάδα που ιδρύθηκαν μετά το δέκατο έκτο αιώνα και που υπάρχουν ακόμη και σήμερα, είχαν για πρώτους εποικιστές χριστιανούς από την περιοχή του Όφεως. Αυτή η μετατόπιση πληθυσμού στα ορεινά δεν ήταν αρκετή για τη διατήρηση του χριστιανικού στοιχείου, εκτός από έναν ελάχιστο αριθμό χωριών. Η ειρωνεία είναι ότι τα χωριά που διατηρούσαν χριστιανικό πληθυσμό  μέχρι την Ελληνο-Τουρκική Ανταλλαγή Πληθυσμών το 1923 εντοπίζονται στις πεδινές περιοχές της κοιλάδας του Όφεως.
Η εκκλησιαστική οργάνωση της περιοχής του Όφεως, στοιχείο που θα μπορούσε να συμβάλλει στη διατήρηση ενός χριστιανικού πληθυσμού, φαίνεται να κατέρρευσε κατά τη διάρκεια του δεύτερου αιώνα της οθωμανικής περιόδου. Η επισκοπή του Όφεως, μια από τις τρεις μόνο που είχαν απομείνει και διατηρηθεί στην Ανατολία στα τέλη του 15ου αιώνα, εξαφανίζεται από τους  επισκοπικούς καταλόγους (Notitiae Episcopatuum) του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης μετά το 1645. Μοναστήρια, τα οποία στην Macuka έπαιξαν έναν τόσο σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της ελληνικής κουλτούρας, δεν είναι γνωστό να υπήρχαν στην περιοχή του Όφεως. Πέρα από την ύπαρξη τοπωνυμιών και μερικές αναφορές σε μοναστήρια σε οθωμανικά έγγραφα του δέκατου έβδομου αιώνα, δεν έχουμε πολλά άλλα πληροφοριακά στοιχεία για την περιοχή. Ακόμη κι αν είχε υπάρξει κάποιο μοναστήρι στην περιοχή, είναι αρκετά πιθανό πως εξαιτίας του μικρού του μεγέθους δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει τη δήμευση των κτημάτων του και την μετατροπή του σε στρατιωτικά τιμάρια από τους Οθωμανούς και να επιβιώσει.
Πέρα από την εν μέρει κατάρρευση της προ-Οθωμανικής κοινωνικής δομής, ένα άλλο στοιχείο που να είχε συμβάλλει στην κυριαρχία του Ισλάμ στην περιοχή του Όφεως είναι οι κοινωνικές και οικονομικές αναστατώσεις που υπέστη η περιοχή κατά τη διάρκεια του δέκατου έβδομου και δέκατου όγδοου αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η αναρχία και η βία που μάστιζε την υπόλοιπη Ανατολία από το τέλος του δέκατου έκτου αιώνα  έγιναν καθημερινό συστατικό της ζωής στο ανατολικό μέρος της Μαύρης Θάλασσας. Εκτός από ειλικρινά περιστατικά  εκούσιου προσηλυτισμού ή προσηλυτισμού για οικονομικό όφελος, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την πιθανότητα ότι κατά τη διάρκεια δύσκολων εποχών, πολλοί ανακάλυψαν πως το να γίνεις μουσουλμάνος αποτελούσε το καλύτερο αμυντικό μέσο απέναντι στη βία και την εκμετάλλευση.

Μια ματιά στα ντοκουμέντα της περιόδου του 17ου και 18ου αιώνα σχετικά με την περιοχή του Όφεως 

Ντοκουμέντα της περιόδου δίνουν μια άγρια εικόνα της ζωής στην κοιλάδα του Όφεως, ειδικά κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα και τα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα. Στο ακόλουθο φιρμάνι του έτους 1707, αξιωματούχοι υπεύθυνοι για την επιβολή του νόμου διατάσσονται όπως παραδώσουν ζωντανούς ή νεκρούς (bi ayyuhalin)
... (τους παράνομους) από το Mavrant Ali oglu, Kanli Fazli, και τον αδερφό του Zeynel, Omer και τον αδερφό του Kanli Mahmud και από το χωριό Leka τον Rustem oglu Ali και τους Coban oglu Hasan, Deli Mehmed, Vango oglu Mehmed και από το χωριό Zeno - Kanli Omer και τον αδερφό του Ismail ...και από το χωριό Cufaruska - Deli Huseyin και από το Zeno τον Kizil Osman και τον Kara Ali oglu Mehmed και από το Sur - Loris Huseyin και Kurud oglu San Mehmed και από το Zevaid τον Sekaki Ahmed και Hasan και από το Melinoz - τον Kuduksuz Huseyin ... γεμάτοι μνησικακία κι έχθρα, με μια καρδιά και σε συνεργασία με το Mehmet Kethuda, υπαρχηγό του Abdullah Pasa, πρώην Βαλή της Τραπεζούντας, και τους Uluc Mustafa, Erzerumlu Horlioglou και Yekcesim Mustafa, το έτος  χίλια  εκατόν είκοσι  , εκτός του ότι πλιατσικολόγησαν τα υπάρχοντά τους, πυρπόλησαν 200 σπίτια κι υποστατικά  καθώς και εφτά τζαμιά σε 15 χωριά.
Ισχυρισμοί που αφορούν την εμπλοκή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, ( σ’ αυτήν την περίπτωση, τον υπαρχηγό του πρώην βαλή της Τραπεζούντας) σε σύσταση παράνομων συμμοριών αρπάγων είναι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στα kadi sicils (δικαστικά έγγραφα) της περιόδου. Η αφήγηση συνεχίζεται, περιγράφοντας ακόμη περισσότερες αυθαιρεσίες των συμμοριτών ενάντια στον απροστάτευτο πληθυσμό.
Σκότωσαν δεκαέξι στρατιώτες, κι εκτός από τη διακόρευση δεκαοκτώ παρθένων (bakir kizlarin bekaretin izale eyledikden), βίασαν ένα μικρό κορίτσι επτά χρονών ... ξύρισαν τα κεφάλια οκτώ εγκύων γυναικών. Μια συμμορία αντρών πήγε σ’ ένα χωριό όπου αφού έδεσε δυο γυναίκες στην ουρά ενός αλόγου, τις έσυραν μέχρι θανάτου. Κυνήγησαν άλλες γυναίκες που είχαν καταφύγει στα βουνά και εκεί τις κακοποίησαν. Μερικές από τις ενάρετες και καταδιωκόμενες γυναίκες  (muhaddere ve ehli irz hatunlar), έχοντας ατιμαστεί επειδή είχαν πέσει στα χέρια των παράνομων (sarice), ρίχτηκαν στα ορμητικά νερά του ποταμού και πνίγηκαν, ενώ άλλες ρίχτηκαν από ψηλά στο γκρεμό και κομματιάστηκαν πάνω στα βράχια (yuksek yerden atilub pare pare olub). Είκοσι πέντε μωρά μουσουλμάνων εγκαταλείφτηκαν στις κούνιες τους πάνω στα βουνά όταν οι μητέρες τους απομακρύνθηκαν από αυτά επειδή πιάστηκαν αιχμάλωτες. Ρουφώντας τα δάχτυλά τους, κάποια απ’ αυτά πέθαναν από ασιτία κι έλλειψη νερού, ενώ άλλα έγιναν κομμάτια από τα άγρια θηρία του βουνού...

Οι χωρικοί της περιοχής του Όφεως ήταν ανυπεράσπιστοι απέναντι στην τυραννία των διεφθαρμένων αξιωματούχων. Ένα φιρμάνι του 1688 περιγράφει πως ένας mutesellim με το όνομα Γιουσούφ σε συνεργασία με άλλους καταπίεζε και λήστευε τους φτωχούς χρησιμοποιώντας ένα φιρμάνι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είχε περιέλθει στην κατοχή του. To 1676  ο Μουφέτης Μουσταφά Αγάς χρησιμοποίησε την πρόφαση της καταδίωξης των παρανόμων με σκοπό να απομυζήσει περισσότερο τον ντόπιο πληθυσμό. Μαζί με ντόπιους συνεργάτες του,
τρομοκρατούσε τους ανθρώπους, παίρνοντας άδικα 14.000 νομίσματα με τρόπο βίαιο. Εκτός από τη συλλογή των φόρων, πήρε άλλα  14.000 νομίσματα αποκαλώντας το τιμωρία και ποινή. Καταπιέζοντας έναν αριθμό χωριών, κατέστρεψε τα υποστατικά τους κι έκαψε τα εφόδια και τρόφιμά τους. Φτωχοί άνθρωποι που δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν φυλακίστηκαν και δολοφονήθηκαν.

Την ίδια περίοδο, γενίτσαροι των οποίων αποστολή ήταν η επιβολή του νόμου είχαν γίνει κι αυτοί μέρος του προβλήματος. Ο Huseyin, μέλος επίλεκτου στρατιωτικού σώματος, κι ο Mehmed, με τους γνωστούς γενίτσαρους Ahmed και Ibrahim απειλούσαν τους χωρικούς του χωριού Pacan και παρακράτησαν παράνομα 150 πρόβατα. Σα να μην έφταναν οι αποστάτες γενίτσαροι, υπήρχε κι ένας αριθμός αναφορών για ανθρώπους που αδικούσαν τον ντόπιο πληθυσμό και που παρουσιάζονταν ως μέλη του σώματος των γενιτσάρων. Το 1708, κάποιος Abdurrahman μαχαιρώθηκε στο στομάχι και σκοτώθηκε από μια συμμορία που εμφανίστηκαν ως γενίτσαροι στο χωριό Iskenas, ενώ ένα φιρμάνι του 1717 περιγράφει πως ο Kul Hasan κι ο αδερφός του San Ahmed που επίσης παρουσιάζονταν ως γενίτσαροι, απήγαγαν με τη βία την αρραβωνιασμένη παρθένα Zeyneb και τη βίασαν. 
Οργανωμένες συμμορίες δρούσαν φαινομενικά ατιμώρητες. Ένα φιρμάνι του 1688 αναφέρει πως οι επιθέσεις του Kanli Omer και των γιων του στα παζάρια και τα χωριά της περιοχής του Όφεως πρωτάρχισαν το 1678. Τριάντα δυο χρόνια αργότερα κάποιος μπορεί να διαπιστώσει πως οι γιοι εκείνου του Kanli Omer είναι ακόμη πανίσχυροι. Σύμφωνα μ’ ένα φιρμάνι με ημερομηνία του 1709, αναφέρονται ως μέλη μιας συμμορίας που επιτίθεται και σκοτώνει ανθρώπους (katli-nufus) στο παζάρι (sukde), ληστεύει ταξιδιώτες (mururi ubur iden ebnai - sebil), και απήγαγαν δια της βίας νεαρά κορίτσια (bakir kizlarin cebren ahz). Τα ονόματα συγκεκριμένων παρανόμων αναφέρονται ξανά και ξανά όλα αυτά τα χρόνια στα φιρμάνια που είχαν σταλεί από το Σουλτάνο σε απάντηση των ικεσιών του καδή  της περιοχής του Όφεως  να ληφθούν μέτρα.
Ακόμη και μια βιαστική ματιά στα φιρμάνια της Πύλης, σε συνδυασμό με την αλληλογραφία του καδή του Όφεως, δείχνει πόσο απασχολημένη ήταν η κεντρική διοίκηση με την συλλογή προσόδων μέσω της φορολογίας. Σ’ ένα από τα γράμματά του, ο καδής του Όφεως, Ibrahim Effendi γράφει πως
ολόκληρος ο πληθυσμός των χωριών της Τραπεζούντας (bilcumle kura ahalisi) φθίνει σιγά - σιγά (tegayyurul hal) εξαιτίας της καταπίεσης του πρώην Mirimiran Omer Pasa. Τη νύκτα, σπίτια εγκαταλείπονται κατά δεκάδες , χωρίς να ξέρει που έχουν πάει οι ένοικοί τους (kande gittikleri namalum). Αν αυτή η κατάσταση (minval) συνεχιστεί, είναι σίγουρο πως ούτε ψυχή δε θα μείνει στα χωριά της Τραπεζούντας (bir ferd kalmadigi mukar - rerdir). 
Περιστατικά που περιγράφουν την απροθυμία των κατοίκων του Όφεως να πληρώσουν φόρους αναφέρονται όλο και περισσότερο καθώς προχωρούσε ο δέκατος έβδομος αιώνας και προτού το φαινόμενο κορυφωθεί στα πρώτα χρόνια του δέκατου όγδοου αιώνα. Το έτος 1709 η κατάσταση είχε χειροτερέψει σε σημείο που οπλισμένοι χωρικοί είχαν οχυρωθεί σε δυσπρόσιτες οχυρές θέσεις (alati harp ile sarp mahallere tahassun), ανέλαβαν επιθετικές πρωτοβουλίες κι επιτέθηκαν σε κυβερνητικούς υπαλλήλους που είχαν σταλεί να εισπράξουν καθυστερημένες οφειλές φόρων (edasi lazim gelen ve mali miriler). 
Ως αποτέλεσμα, ο πληθυσμός των επτά χωριών που είναι το αντικείμενο της μελέτης μας (zikr olunan yedi pare kariye ehalisiyle), Zeno, Zisno, Kadahor, Holaikebir, Pacan, Kotlos και Kondu καθώς και δυο συγκεκριμένων φατριών (kabiletani mezburetan), οι Ayazlo και οι Kalmotlu που ήταν εγκατεστημένοι ανάμεσα σ’ αυτά τα χωριά, διατάχτηκαν να μεταφερθούν (nakl) και να επανεγκατασταθούν (iskan) στο πρόσφατα ανακαινισμένο φρούριο της Anakra, στη Γεωργία, στα έσχατα όρια του Ισλαμικού κόσμου (intihayi serhaddi islamiyede Gurcistan hududinda). 
H μόνη ελπίδα που απέμεινε στους απροστάτευτους πολίτες ήταν η παρέμβαση από την πλευρά του Σουλτάνου. Ήταν συμφέρον της κεντρικής διοίκησης να διατηρείται η τάξη σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία, αλλά και να προστατεύει τους φορολογούμενους πολίτες. Ο πόθος της Πύλης να επιβάλλει το νόμο και την τάξη και να τιμωρήσει εκείνους που καταπίεζαν τους χωρικούς, είναι εμφανής στα φιρμάνια της περιόδου. Παρόλα αυτά, θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε πόσες από τις διαταγές του Σουλτάνου τελικά εκτελέστηκαν με δεδομένη την αδυναμία της κυβερνητικής κυβέρνησης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όταν οι ντόπιοι φεουδάρχες άρχισαν να διεκδικούν την αυτονομία τους και να επιβάλλουν τους δικούς τους νόμους.
Μέχρι σήμερα, ο ενάμισι αιώνας της μακριάς περιόδου δύναμης των τοπικών αρχόντων δεν έχει τύχει προσεκτικής μελέτης. Αν, ωστόσο, στρέψουμε την προσοχή μας στην τοπική παράδοση, παρουσιάζεται μια εικόνα της κοιλάδας του Όφεως με τους χωρικούς να συμπαρατάσσονται  πότε με τον έναν ή τον άλλον αγά κατά τη διάρκεια των συνεχών συγκρούσεών τους καθώς ο καθένας τους επιθυμούσε την πρωτοκαθεδρία. Είτε βρίσκονταν στη μεριά του νικητή είτε σε κείνη του ηττημένου, οι χωρικοί ήταν εκείνοι , τόσο οι Χριστιανοί όσο κι οι Μουσουλμάνοι, που στο τέλος υπέφεραν τις συνέπειες των συγκρούσεων.
Συμπέρασμα

Οι κάτοικοι του Όφεως δεν είναι η μοναδική περίπτωση μουσουλμάνων της Μαύρης Θάλασσας που μιλούν μια γλώσσα ταυτισμένη μ’ ένα μη ισλαμικό ιστορικό παρελθόν. Ογδόντα περίπου χιλιόμετρα ανατολικότερα, χωριά στην απομονωμένη κοιλάδα Hemsin μιλούν ακόμη μια αρχαϊκή διάλεκτο της αρμενικής γλώσσας. Η περίπτωση των κατοίκων της κοιλάδας Hemsin θυμίζει με πολλούς τρόπους εκείνη των κατοίκων της κοιλάδας του Όφεως. Οι εγκαταστάσεις συνοικισμών και χωριών και στις δυο κοιλάδες πραγματοποιήθηκαν σε απρόσιτα βουνά ιδίως τους χειμερινούς μήνες. Οι εκτιμήσεις των περιηγητών σχετικά με το πότε οι κάτοικοι της κοιλάδας Hemsin ασπάστηκαν το Ισλάμ διαφέρουν, και ποικίλουν από τα μέσα του 16ου αιώνα ως κάποια χρονική στιγμή του 19ου αιώνα. Φαίνεται να υπάρχουν αρκετές ομοιότητες σχετικά με τις εκτιμήσεις της διαδικασίας εξισλαμισμού των δύο κοιλάδων. Μια πιο εκτεταμένη μελέτη πάνω στην ιστορία της Hemsin θα μπορούσε να βοηθήσει να χυθεί φως πάνω στην ιστορία  που περιβάλλει τα γεγονότα στην περιοχή του Όφεως, αλλά και να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της διαδικασίας εξισλαμισμού στη Μαύρη Θάλασσα.
Υπάρχουν κι άλλες ελληνόφωνες κοινότητες που επέζησαν στην ευρύτερη περιφέρεια της Τραπεζούντας εκτός από εκείνη του Όφεως. Οι Οφφίτες, όμως, παραμένουν οι πιο πολυάριθμοι ανάμεσά τους μια και πέρα από τα 30 - 40 χωριά της κοιλάδας του Όφεως, μπορεί κανείς να τους βρει σε πολλές πόλεις της δυτικής Τουρκίας όπως και στη δυτική Ευρώπη. Το γεγονός πως αυτός ο ελληνόφωνος πληθυσμός επανεγκαταστάθηκαν από την κυβέρνηση στην περιοχή Ankara ανάμεσα στους Έλληνες του νησιού της Ίμβρου και στη βόρεια Κύπρο παραμένει ένα παράδοξο.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως οι κάτοικοι της περιοχής του Όφεως διατηρούν μια σχέση αγάπης - μίσους με την ίδια τους την ιστορία. Η περιοχή του Όφεως είναι διάσημη σ’ ολόκληρη την Τουρκία για τους πολυπληθείς κι αφοσιωμένους θεολόγους που παράγει, ωστόσο μέχρι τουλάχιστον πριν από μια δεκαετία ,  η ερμηνεία του Our’an (Κορανίου) γινόταν ακόμη στην τοπική διάλεκτο των Ποντιακών Ελληνικών, όπως φαίνεται από την παρακάτω προφορική παράδοση από το χωριό του Coruk:

To Cumavank είναι το κοινό θρησκευτικό κέντρο των χωριών Coruk, Kucukhol, Yarakar και Ohsoho, όπου Χότζες από κάθε χωριό ιερουργούν με τη σειρά (ως πρωτοστατούντες της προσευχής) στο τζαμί. Όταν ήρθε η σειρά του χότζα από το χωριό Ohsoho να πει τις προσευχές της Παρασκευής, εκείνος άρχισε να τελεί την τελετή στα  ελληνικά. Ο αγάς Kasim από το χωριό Kucukhol ανάγκασε το χότζα να σταματήσει γιατί οι κάτοικοι του Kucukhol δεν ήξεραν ελληνικά. Αυτός ήταν ο λόγος που η συνάθροιση του εκκλησιάσματος διαλύθηκε πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι προσευχές.

Η Πρωτοχρονιά ή kalandaris συνεχίζει να γιορτάζεται στις 14 Ιανουαρίου με τον χορό momyeroi από σπίτι σε σπίτι που βρίσκονται σχεδόν θαμμένα κάτω από το πυκνό χιόνι. Το καλοκαίρι, χιλιάδες Οφφίτες από παντού συγκεντρώνονται για ένα όργιο ποτού και χορού κατά τη διάρκεια μιας σειράς γιορτών.
Οι κάτοικοι του Όφεως εξακολουθούν να αποκαλούν τη γλώσσα που μιλούν rumca,  ενώ μερικοί προχωρούν ακόμη περισσότερο αποκαλώντας τους εαυτούς τους  «romaioi», μια  πρακτική, που αν επιβιώσει, θα επιβεβαιώσει την διατήρηση της ξεχωριστής τους ταυτότητας ανάμεσα στους λαούς της Μαύρης Θάλασσας. 
 



 


Φωτογραφικό
αρχείο του
συλλόγου μας
Φωτογραφικό αρχείο
Ακολουθήστε μας
στο facebook
Net.Works Jellyfish