Τελευταία νέα & εκδηλώσεις
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
Η εφημερίδα μας
Μορφωτικός Ποντιακός Σύλλογος Νέας Τραπεζούντας
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ
ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

Δίμηνη έκδοση του
Μ.Π. Συλλόγου
Αλέξανδρος
Υψηλάντης
Όφις του Πόντου
ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΦΕΩΣ

Ηλία Ιω. Χατζηϊωαννίδη

Πριν μπούμε στη διερεύνηση των ιστορικών εκθέσεων, θα επιχειρήσουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή καισυνοπτική περιγραφή των ελληνικών χωριών του Όφεως.

Οι Οφίτες στον Πόντο κατοικούσαν στα εξής χωριά: Χάλδη, Ζουρέλ, Κουρίτσ’, Κρηνίτα, Κοφκία, Γίγα, Ζησινώ και Λέκκα(Δεν γίνεται λόγος στα παρακάτω για το χωριό Λέκκα).

Ι.ΧΑΛΔΗ ήΧΑΛΤ

Σε απόσταση μιας ώρας περίπου απότη θάλασσα βρίσκεται το μικρό ελληνικό χωριό Χάλτή Χάλδη. Είχε 16 ελληνικά σπίτια με συνολικό πληθυσμό 100 κατοίκων περίπου, ένα μικρό (παράπηγμα) ελληνικό σχολείο και μια εκκλησούλα, τον Άγιο Ευγένιο. Τα δάπεδα του σχολείου και της εκκλησίας ήσαν χωμάτινα.

Τα μικρά, ξύλινα στην πλειονότητα,σπιτάκια του είναι αραδιασμένα στην αντίπερα όχθη του Γάιτα. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία. Τα αγροτεμάχια,που κατείχαν, ήσαν πού λίγα και άγονα, σκορπισμένα στις παρακάτω τοποθεσίες:Κουϊμτζία, Κουρτιά, Μήλα του Ρακάν, Χερμάδες, Φτεριλούκια, Ηλιακά. Δάση επίσης είχαν μικρά τεμάχια, που αναδασώνονταν από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες με καστανιές, καρυδιές, κλεθριά, οξιές κ.α Από τα δάση αυτά εξασφάλιζαν την οικοδομήσιμη και καύσιμη ξυλεία. Εδώ υπήρχαν πολλά αναρριχώμενα ημιάγρια αμπέλια. Η ύδρευση ήταν ατελής και γινόταν με κρουνιά.

Σύμφωνα με διηγήσεις παλαιοτέρων,οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού Χάλτ ήσαν Έλληνες φυγάδες από το χωριό Ξενίτα. Από αυτούς κατάγονται οι σημερινοί Λυκιδαίοι, Σταυριανιδαίοι, Παπαδόπουλοι και οι Ζαϊφιδαίοι ή Ζανιτάντ’. Οι Διαμαντιδαίοι ήρθαν και κατοίκησαν εκεί αργότερα.

Το Χάλτ ανέδειξε δασκάλους τον Αναστάσιο και Μιχαήλ Ζανέτα, που εδίδαξαν πολλά χρόνια στο χωριό τους και σε άλλα χωριά.

2.ΖΟΥΡΕΛ

Σε απόσταση μισής ώρας περίπου απότο Χάλτ και άλλης τόσης από το υπερκείμενο χωριό Κουρίτσ’ βρίσκεται το χωριό Ζουρέλ. Ήταν αρκετά μεγάλο χωριό με 40ελληνικές οικογένειες, που αριθμούσαν 250 περίπου κατοίκους. Είχε δυο εκκλησιές, τη Ζωοδόχο Πηγή και την Κοίμηση της Θεοτόκου κι ένα παρεκκλήσιο μισοκαταστραμμένο στον τούρκικο τομέα.

Το σχολείο του Ζουρέλ, όπως είδαμε και αλλού, ήταν το μεγαλύτερο και το πιο εκσυγχρονισμένο σ’ όλη την επαρχία.Τριώροφο λιθόχτιστο οικοδόμημα μ’ όλους τους κανόνες της εποχής εκείνης.Ανοικοδομήθηκε αποκλειστικά με δαπάνες των κατοίκων του χωριού. Κατά τιςαφηγήσεις Οφιτών, που επισκέφτηκαν τα τελευταία χρόνια τον Όφι, το σχολείο σώζεται ακόμα και χρησιμοποιείται από τους Τούρκους ως ημιγυμνάσιο.

Στο χωριό Ζουρέλ εδίδαξαν, από τα παλαιότερα ακόμα χρόνια, ο Αβραάμ Παπαδόπουλος και άλλοι. Τα τελευταία χρόνια εδίδαξαν ο Γαβριήλ Παπαδόπουλος, ο Ανέστης Αλχαζίδης ή Ανέστης τη Παρέσσας, ο ΑναστάσιοςΖανέτας, ο Βασίλειος Αλχαζίδης, ο Κων/νος Καρυοφίλης από τα Σούρμενα και οΧριστόφορος Ιωσηφίδης από την Τραπεζούντα.

Οι σπουδαιότεροι σταθμοί στην πρόοδο και ακμή της παιδείας στο χωριό Ζουρέλ είναι τα χρόνια 1900-1914. Τα χρόνια αυτά εδίδαξαν εκσυγχρονισμένοι δάσκαλοι με νέα προγράμματα και νέες καινοτομίες διδασκαλίας.

Ιερείς του χωριού ήσαν ο παπα-Αναστάσης, ο παπα-Γρηγόρης, ο παπα-Κωνσταντίνος και τελευταίος ο παπα-Παναγιώτης. Αντός μαζί με άλλους πρόσφυγες εγκαταστάθηκε στο χωριό Ποντοκερασιά του Κιλκίς, όπου και πέθανε.

Κύρια απασχόληση των κατοίκων ήταν η γεωργία. Τα λίγα όμως και άγονα αγροτεμάχια;δεν ήσαν αρκετά για να εξασφαλίσουν τις ανάγκες των κατοίκων του χωριού. Γι’αυτό αναγκάζονταν πολλοί να ξενιτευτούν στη Ρωσία, όπου εργάζονταν άλλοι σανεργάτες σε καπνοχώραφα κι άλλοι σαν καπνοπαραγωγοί. Λίγοι επιδίδονταν στο εμπόριο, όπως ο Λάζαρος Αθανασιάδης.

Το Ζουρέλ χωρίζονταν σε δυο συνοικισμούς: Ανθωχώρ’ (Ανθωχώρ’-Καθωχώρ’ από τα οφίτικα άνθε-κάθε (άνω-κάτω). Τα άνθε-κάθε προέρχονται, πιθανότατα, από παραφθορά των αρχαίων άνωθεν, κάτωθεν(σημ.επιμ.))και Καθωχώρ’, σε Άνω, δηλ. και Κάτω Χώρα ή χωριό. Στο Ανθωχώρ’ κατοικούσαν οι Αθανασιαδαίοι, Σισμανιδαίοι, Βλαχιδαίοι, Αδαμιδαίοι και οι Ανθοπουλαίοι. Στο Κατωχώρ’ κατοικούσαν οι Αλχαζιδαίοι, Ανδρεαδαίοι, Παπαδόπουλοι,Καραμαλτιδαίοι, Γαρατσιδαίοι και Κοσμιδαίοι.

Πρώτοι κάτοικοι του Ζουρέλ ήσαν οι Αδαμιδαίοι, οι Παπαδόπουλοι και οι Γαρατσιδαίοι. Αργότερα ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ οι Αθανασιαδαίοι και οι Σισμανιδαίοι από το χωριό Κελαλί(Δενδιευκρινίζεται που ήταν το χωριό Κελαλί (σημείωση επιμελητή)). Αυτοί από Σισμάνογλου μετονομάστηκαν Αθανασιάδη, εκτός από έναν, ο οποίος διατήρησε το επώνυμο Σισμανίδης. Οι Βλαχιδαίοι προέρχονται από τη Αργυρούπολη (Κιουμούς Χανέ), οι Καραμαλτιδαίοι από το παρακείμενο τουρκικό χωριό Παλαπάν και οι Κοσμιδαίοι από το τουρκικό χωριό Κονού.

Τα μικροτεμάχια αγροκτήματα, όπου καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια και άλλα, βρίσκονταν στις παρακάτω τοποθεσίες:Τερεζία, Μπέικα, Πατσανωτά, Ραχιτσίο, Σιαλέκ, Κορωτό και Κοπανιστέρ’.

Στις θρησκευτικές τους εκδηλώσεις,και ιδιαίτερα το Πάσχα, οι κάτοικοι του Ζουρέλ χόρευαν στου Μπέικα σό λειβάδ’,με συνοδεία της γλυκιάς μελωδίας του τουλούμ-ζουρνά του ξακουστού σ’όλο τον Όφιοργανοπαίκτη Γιάγκο Γοργορέβα(Γρηγοριάδη).

3.ΚΟΥΡΙΤΣ’

«Σου Σολακλί σήν πόδα είπα έναψέμα. Αντά εξέβα απάν’ σήν τεπέ, εγώ πά επίστεψ’άτο»(φεύγοντας από το Σολακλί είπα ένα ψέμα. Όταν έφτασα στις παρυφές της πόλης, κι εγώ το πίστεψα).

Βρισκόμαστε στο χωριό των φημισμένων ετοιμόλογων, ευφυολόγων παρατσουκλολόγων και αμίμητων «ψευταράδων».Η φήμη των Κουρτσάντηδων φτάνει πολύ έξω από τα όρια του Όφι. Τα ψέματά τους,αθώα πάντα, καταφέρνουν κι αυτους ακόμα τους ίδιους, που τα εφευρίσκουν, να γελάσουν ακόμα και από «θύτες» τους κάνουν «θύματα».

Αλλά, ας αφήσουμε καλύτερα τονπαπά, στον οποίο οφείλεται και το παραπάνω αμίμητο, να μας πει κι εδώ το ψέματου.

«Ο Χατζή-Δημήτρης (Χατζημπεϊκας)ας’σού Κουρίτσ’ επήγαινε κάποτε στο Σολακλί. Όταν έφτασε στο Εσκί Παζάρ,συνάντησε τον παπα-Ηλία από το χωριό Γίγα. Ο παπα-Ηλίας, για να τον προλάβει απροετοίμαστο, του λέει: «Ποδεδίζω σε, Χατζη-Δημήτρ’, αέτς, χωρίς να τουσινέφκεσαι, πέ με ένα ψέμα». «Ο Χατζη-Δημήτρης, Κουρτσώτης και ετοιμόλογος,του λέει αμέσως: «Πάτερ, πάντα τά παλαλά σ’μ’έφτιας. Άφησο με να πάω σήν δουλεία μ’». «Και ντό δουλεία έεις και ατόσο αληγορείς;» «Κι έμαθες άτο μη;Έχουμε θανή», είπε ο Χατζη-Δημήτρης και έκανε πως βιάζεται. «Και ποίος επέθανε;» ρώτησε μ’ απορία ο παπα-Ηλίας. «Σου Λαζού, λέει ο Χατζή-Δημήτρης σοβαρά, ο Χαράκας ο ποπάς επέθανε και εφώναξανε όλους τους ποπάδες, για τ’ατό αληγορώ». «Εστά, παρέμ, Χατζη-Δημήτρ’, να έρχουμαι και εγώ». «΄Ε, άιτε,αλήρορα΄….»

Και φύγανε. Στο δρόμο συζητούσαν για τον «όλως απροσδόκητο» θάνατο του δούλου του Θεού παπά της Λαζούς. Όταν έφτασαν στο Σολακλί, με έκπληξη είδε ο παπα-Ηλίας τον «αποδημήσαντα εις Κύριον»παπά της Λαζούς να συζητάει με μια παρέα μέσα στο χρυσοχοείο του Αραβίδη. Ο«αποδημήσας» σηκώθηκε αμέσως από τη θέση του και τους υποδέχτηκε. Ο παπα-Ηλίας κατάλαβε, βέβαια, τη «μπλόφα» του, αλλά ήταν αργά.

Σε απόσταση μισής ώρας περίπου απότο Ζουρέλ είναι το χωριό Κουρίτσ’. Και χωρίζεται σε Ανθωχώρ’ και Καθωχώρ’. Στο Ανθωχώρ’ κατοικούσαν οιΑραβιδαίοι (Αραπάντ’) και στο Καθωχώρ’ οι Σεϊταριδαίοι (Σεϊταράντ’), οι Αποστολιδαίοι, οι Πετριδαίοι, οι Σιδηρόπουλοι (Κιρτσιλάντ’) και οι Συρανιδαίοι(Συρανάντ’), που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εκεί από τη Ριζούντα.

Υπάρχει η πληροφορία ότι το χωριόΚουρίτσ’ κατοικήθηκε αρχικά από τρία αδέλφια, που ήρθαν από το χωριό Ξενίτα.Λεγόντουσαν Πανταζόπουλοι

Τα χρόνια του μεγάλου διωγμού των χριστιανών οι αδελφοί Πανταζόπουλοι κρύφτηκαν μέσα στο πυκνόφυτο δάσος Τρανοράχ’ έξω από το χωριό Κουρίτσ’, λίγο πιο πάνω από το ποτάμι Σαμλατά. Ο ένας δεν άντεξε στις κακουχίες και αλλαξοπίστησε. Οι άλλοι δυο υποτάχτηκαν στους «ντερέμπεηδες», μα ούτε τη χριστιανική τους πίστη απέβαλαν ούτε τον εθνισμό τους. Κάποιος αγάς ντερέμπεης τους «προστάτεψε» και τους έφτιαξε και μια καλυβούλα. Κι όπως εκείνα τα χρόνια οι ντερέμπεηδες αλληλομισιούνταν θανάσιμα, ο «προστάτης» των Πανταζόπουλων τους έβαλε και σκότωσαν τον υπηρέτη κάποιου άλλου αγά. Με το φόνο αυτό η ζωή των δυο αδελφών έγινε επισφαλής.Έπρεπε με κάθε τρόπο να φύγουν από εκεί. Κάποτε κατάφεραν και έφυγαν μαζί με τις οικογένειες τους στη Ρουμανία….

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Οι Πανταζόπουλοι πιάστηκαν καλά στη Ρουμανία. Ο Τούρκος όμως ντερέμπεης αγάς τους αναζητούσε, γιατί τους είχε ανάγκη. Όταν πληροφορήθηκε ότι βρισκόντουσαν στη Ρουμανία, πήγε εκεί και κατάφερε να τους πείσει να γυρίσουν πίσω στον Πόντο,αφού τους υποσχέθηκε την ασφάλεια της ζωής τους.

Έτσι κατοικήθηκε και δημιουργήθηκετο χωριό Κουρίτσ’. Από τους αδελφούς Πανταζόπουλοι κατάγονται οι Αραβιδαίοι, οι Σιδηρόπουλοι και οι Αποστολιδαίοι. Οι Σεϊταριδαίοι κατάγονται από τα Σούρμενα.

Σε περίβλεπτη και αμφιθεατρική τοποθεσία ορθώνεται η όμορφη εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, βυζαντινού ρυθμού, θολωτή στηριζόμενη σε κίονες. Είχε και δυο παρεκκλήσια, τον Αϊ-Γιώργη κι Αϊ-Βλάση, έξω από το χωριό χωρίς χρίσματα.

Κοντά στο μεγαλείο της εκκλησίας,το σχολείο παρουσίαζε πραγματικά φτωχό γείτονα. Ήταν μικρό και τελείως ακατάλληλο.

Όπως όλα τα χωριά του Όφι, και το χωριό Κουρίτσ’ ήταν φτωχό. Οι κάτοικοι ήσαν αναγκασμένοι να ξενιτευτούν στη Ρωσία, όπου εργάζονταν σε καπνοχώραφα και σε άλλα κτήματα. Ελάχιστοι επιδίδονταν σε επαγγέλματα, χρυσοχόοι, έμποροι κ.α.

Το Κουρίτσ’ είχε δυο ιερείς, τον Παπαγιάννη και το γιο του Παπα-Ευθύμιο, ο οποίος πέθανε στην Ποντοκερασιά του Κιλκίς σε ηλικία 55 χρόνων, το 1954.

Κοινή ήταν η μοίρα όλων των Οφιτών. Μικρά και άγονα και εδώ τα αγροτεμάχια σκορπισμένα στις παρακάτω τοποθεσίες: Τζιλιφόλια, Γοντζιλονάρ’, Πετρόβα, Σεϊλ, Γιαβάνια, Καρόνια, Άγιος Βλάσιος, Σαντουκτζή, Κανλί Σοκάκ’, Σοούκ Σού, Λιθοκοπείο, Σύκο, Βαλάδ Τζεβιρμέ,Λινοκονίβα, Καϊκτζή Χαλαστάρ, Κουνκουνέβα, Σαμλατά και Βασίλα.

Το Πάσχα χόρευαν στου Χαράκα τοΜεϊτάν.

Στο χωριό αυτό υπήρχαν προσκυνητές του Παναγίου Τάφου, ο Χατζή- Δημήτρης, που γέλασε τον παπα-Ηλία, και ο Χατζή-Ηλίας Αραβίδης.

Όταν γιόρταζε η εκκλησία του χωριού, η Μεταμόρφωσις, από όλα τα χωριά του Όφι έσπευδαν να τιμήσουν τη γιορτή της. Μετά την απόλυση της εκκλησίας όλοι οι ξένοι φιλοξενιόντουσαν από τους Κουρτσιώτες. Όταν επέστρεφαν στα χωριά τους, έλεγαν, για να πειράζουν τουςφιλοξενούντας: «Επήγαμε σου Κουρίτσ’ έφαγαμε βραστή».

4.ΚΟΦΚΙΑ

Η Κοφκία είναι από τα μικρότερα χωριά του Όφι. Πριν από τον οριστικό ξεριζωμό αριθμούσε γύρω στους 65-70κατοίκους.

Είναι χτισμένο απέναντι από τοχωριό Κρηνίτα και απέχει από αυτήν μισή περίπου ώρα. Ανάμεσα από τα δυο αυτά χωριά κυλάει τα νερά του το ποτάμι Μπαλτατζί ντερέ.

Η Κοφκία είχε δυο εκκλησιές, τη Ζωοδόχο Πηγή και τον Ευαγγελισμό με προσωρινά παραπήγματα για οικοδομήματα.Είχε και δυο παρεκκλήσια, τον Τιμιόσταυρον και τον Αγιάννη χωρίς χτίσματα.Ιερείς είχε τον παπα-Κωνσταντίνο Σπανίδη, ο οποίος επί μια δεκαετία εχρημάτισε αρχιερατικός επίτροπος και δάσκαλος.

Είχε ένα μικρό σχολείο καιδασκάλους κατά καιρούς τον Ανδρέα Παπαδόπουλο, Αναστάσιο και Μιχαήλ Ζανέτα, τον Σταύρο Σημαιοφορίδη από τα Σούρμενα, τον Βασ.Αλχαζίδη, τον Μόσχο Ευμορφόπουλο από την Τραπεζούντα και τον Βασ.Α.Κωτίδη, απόφοιτο του Φροντιστηρίου τηςΤραπεζούντας.

Δεν θα σταθούμε ιδιαίτερα στο οικονομικό μέρος αυτού του χωριού. Γιατί κι εδώ ίδια είναι με των άλλων χωριών του Όφι η ζωή: φτώχια και αναγκαστική αποδημία στη Ρωσία και Ρουμανία. Αποδημίακαι νόστιμον ήμαρ….

Με τα λίγα αυτοφυή δέντρα και αναδασωμένα τεμάχια, που είχαν, εξασφάλιζαν την οικοδομήσιμη και καύσιμη ξυλείατους. Τέτοια τεμάχια δασών και χωραφιών είχαν στις εξής τοποθεσίες: Γιαννίκα,Μαυρικά, Γιαμάτσια, Λωρία, Μολαλί, Αγιάννε, Σταυρό, Πόντρα, Βρύζα, Λειβάδια,Κισόνια, Μονοβώλια. Η ύδρευση γινόταν με κρουνιά και τσεσμέδες.

Αν το χωριό Κουρίτσ’ διακρινότανστην ετοιμολογία και ευφυολογία, η Κοφκία ξεχώριζε από τ’ άλλα χωριά του Όφι στην παλικαριά.

Τα χρόνια εκείνα οι προγονοί μας συνήθιζαν να κάνουν παρέες σε γειτονικά σπίτια, ιδιαίτερα τη νηστεία τωνΧριστουγέννων και του Πάσχα για να λαδέβουν.

(Το λάδεμαεκείνα τα χρόνια γινόταν ως εξής: Έσπαζαν προσεκτικά τα καρύδια, για να βγει ολόκληρος ο καρπός. Ο καρπός καβουρντίζονταν μέσα σε πλακί (πήλινη λεκάνη)πυρακτωμένο, ώσπου να ξεφλουδιστεί καλά. Τα καντσία (το καθαρό καρύδι) είναι τώρα έτοιμα για λάδεμα. Με στρογγυλή λεία πέτρα, τη λαλατσόπετρα, όσο χωρούσε για να τη χουφτώσει η παλάμη,πολτοποιούσαν μέσα σε σκάφη (ζύμετρο) τα καρύδια, ώσπου να βγει καλά το λάδι.Τα στύβανε καλά με τα δυο χέρια και το καρυδόλαδο ήταν έτοιμο. Μετά το λάδι έμενε η καρυδόπιτα, το τσιμίδ’. Αυτό το’ψήναν μέσα σε καζάνι και έκαναν το ψετό, που τρωγόταν θαυμάσια με ψωμί και χρησίμευε για άρτισμα των φαγητών, ιδιαίτερα στα γουλία. Από το ψετό(ψητό)ανακατεμένο με πετιμέζι έφτιαχναν νοστιμότατο γλύκισμα, που το λέγανε μαλαντρί.)

Σε μια τέτοια παρέα στο σπίτι του Τσακίρ’ μαζεύτηκαν μερικοί γειτόνοι. Κάλεσαν και το δάσκαλο, τον Μιχ. Ζανέτα,κι άρχισαν το λάδεμα.

Δεν πέρασε πολλή ώρα, και ενώ όλοι ήσαν απασχολημένοι με τη δουλειά και τη συζήτηση, άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και όρμησαν μέσα οπλισμένοι Τούρκοι με προτεταμένα τα όπλα κατά του Τσακίρηλέγοντας: «Τσαπούκ παρά βέρ»΄.(γρήγορα τα λεφτά). Ο Τσακίρης τους έριξε περιφρονητική ματιά και είπε: «Σιντί παρά κεσίορουμ΄.»(χρήματα κόβω εγώ τώρα). Ο δάσκαλος φοβήθηκε και προσπάθησε να σηκωθεί. Του έπασχαν όμως τα κάτω άκρα και προσπαθούσε, στηρίζοντας τα χέρια στον τοίχο, να σηκωθεί. Οι Τούρκοι νόμισαν,πως έκανε ελιγμό εναντίον τους και γύρισαν αμέσως τα όπλα εναντίον τουλέγοντας: «Ντελί κανλί, σέν σαλίνμα γεριντέν΄.»(νεαρέ, μη κουνηθείς από τη θέσησου ΄.). Στο μεταξύ ο Τσακίρης είχε αναγνωρίσει τους ληστές και λεει στο διπλανό του: «Παντελή, αούτονα το μάτι μ’έπιεν ατονα΄. Να λαγκεύω σήν ρακάν άτ’΄. Εσύ τέρε με τον άλλονα ντό να φτιάς’΄.» Και με αστραπιαία κίνηση βρέθηκε καβάλα στην πλάτη του αρχιληστή Τούρκου. Χώνει ταυτόχρονα τα μέσα δάχτυλα των χεριών του στο στόμα του και εξουδετερώνει όχι μόνο τη φωνή του, αλλά και τη δυνατότητα να κάνει χρήση του όπλου του. Ο Τούρκος, από τους αβάσταχτους πόνους και μη ξέροντας τι να κάνει, κατευθύνεται προς την έξοδο, έχοντας πάντα αναβάτη τον παράτολμο και ακατάβλητο Τσακίρη.

Στις κρίσιμες αυτές στιγμές δεν έλειψε και το χιούμορ. Βλέποντας καβάλα πάνω στον αρχιληστή τον Τσακίρη, ο Παντελής τον ρωτάει: «Τσακίρ’, που πας;» «Πάω καβάλα΄.»απάντησε ο Τσακίρης ατάραχος. Κι όταν «άτι» και καβαλάρης έφτασαν στην πόρτα, με δυνατή σπρωξιά ο Τσακίρης ξαπλώνει φαρδιά πλατιά τον αρχιληστή έξω από το σπίτι και κλείνει από μέσα την πόρτα. Οι άλλοι ληστές που από την πρώτη στιγμή ήσαν κρυμμένοι έξω,δεν αντελήφθησαν τι είχε συμβεί με τον αρχηγό τους. Η παρέα επωφελήθηκε αυτής της ευκαιρίας και έβαλε μέσα από το σπίτι τις φωνές καλώντας βοήθεια. Από τιςφωνές ξεσηκώθηκε ολόκληρο το χωριό και με πυροβολισμούς και φωνές έτρεψαν τους κακοποιούς Τούρκους σε άτακτη φυγή. Και η παρέα συνέχισε το λάδεμα των καρυδιών και τη συζήτηση γύρω από το επεισόδιο

5.ΖΗΣΙΝΩ

Η διαδρομή από την Κοφκία ως τη Ζησινώ διαρκεί τρεις ώρες περίπου. Ο μακρινός αυτός ποδαρόδρομος γίνεται,ωστόσο, ευχάριστα, γιατί όλη σχεδόν η διαδρομή γίνεται μέσα από καταπράσινα καισκιερά δάση, κάτω από τις γλυκιές μελωδίες μελωδίες των πουλιών και τα σιγανομουρμουρίσματα των κρουσταλλένιων νερών των ρυακιών, που τόσο αφθονούν.

Η Ζησινώ βρίσκεται πέρα από τον Όφι ποταμό, εκεί όπου κατοικούν οι Οπισποταμώτ’ Τούρκοι. Είχε 35 ελληνικές οικογένειες, 170 κατοίκους περίπου. Χωρίζονταν σε τρία διαμερίσματα:

1)Αραπάντων.Εδώ κατοικούσαν οι οικογένειες Αραβίδη(Αραπάντ’), Ανδρεάδη και Αποστολίδη(Αποστολάντ’).2)Λαζάντων.Σ’αυτό κατοικούσαν οι οικογένειες Αλχαζίδη(Αλχαζάντ’), οιΧαριτόπουλοι(Κωτεκάντ’) και Χαραμπίδη (Χαρακάντ’) και 3)Φραγκουλάντων. Εδώ κατοικούσαν οι οικογένειες Φραγκουλίδη(Φραγκουλάντ’).Ανάμεσα σ’αυτούς κατοικούσαν και δυο τούρκικες οικογένειες (οι Χατζηάντ’).

Θρυλείται ότι οι Τούρκοι αυτοί θέλησαν κάποτε να ιεροσυλήσουν την εκκλησία του χωριού. Παραβίασαν την πόρτα και πήραν από μέσα ό,τι μπορούσαν. Κατά την έξοδό τους, κατά το θρύλο, συνέβηκε τούτο:

Στην αυλή της εκκλησίας υπήρχε στημένο μόνιμα ξύλινο χειροκίνητο μηχάνημα σχοινοποιϊας κλωστής κανναβιού. Ο ένας από τους Τούρκους ακούμπησε άθελα το χέρι του στο ξύλινο μηχάνημα κα ιέμεινε εκεί κολλημένο. Όλες οι προσπάθειες τόσο του ίδιου όσο και των άλλων συντρόφων του ν’ απαλλαγεί, πήγαν χαμένες. Το πρωί, όταν ο παπάς πήγε στην εκκλησίανα λειτουργήσει, είδε την πόρτα της εκκλησίας παραβιασμένη και το γνωστό Τούρκο κολλημένο με το χέρι στο μηχάνημα. Τον πλησίασε και τον ρώτησε τι συμβαίνει. Ο Τούρκος του εκμυστηρεύτηκε το πράγμα με καταφανή τη μεταμέλειά του. Ο παπάς του συνέστησε να επιστρέψει τα κλοπιμαία και να ζητήσει συγχώρηση. Ο Τούρκος συμμορφώθηκε και επιπλέον εδώρησε και ένα μέρος από το χωράφι του, που ήταν κοντά στην εκκλησία και κατόπιν έγινε νεκροταφείο, και αμέσως λύθηκαν τα χέρια του και έφυγε

Χρόνια από τότε είχαν να περάσουνοι Τούρκοι κοντά από τον Αϊ-Γιώργη και τον αποκαλούσαν «ντελί Χιτρελές» (τρελόΑϊ-Γιώργη) από φόβο. Οι περισσότεροι Τούρκοι των γύρω χωριών παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία ως το τέλος. Πολλές φορές, μάλιστα, έλεγαν στους Έλληνες: «Καλό την (θρησκεία) έχητε. Καλά κρατέσιτ’α΄.».Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι Τούρκοι αυτοί ήσαν απόγονοι χριστιανών,που ετούρκεψαν βίαια.

Η Ζησινώ είχε δυο εκκλησίες, τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Ανδρέα, και ένα παρεκκλήσιο, τον Άγιο Θεόδωρο. Στην τοποθεσία Καραλή υπήρχε στα παλιά χρόνια εκκλησία, η Αγία Κυριακή. Εδώ έγιναν ανασκαφές και βρέθηκε τάφος, μέσα στον οποίο υπήρχε θυμιατήριο και πέτρινος σταυρός, που μαρτυρούν ότι ο τάφος ανήκε σε ιερέα.

Στα παλιά χρόνια η Ζησινώ είχε τους ιερείς παπα-Ηλία, παπα-Κωνσταντίνο και παπα-Γεώργιο. Ο τελευταίος εχρημάτισε και αρχιερατικός επίτροπος και δάσκαλος.

Στο ελληνικό σχολείο της Ζησινώς υπηρέτησαν: ο Ιωάννης Παρχαρίδης από την Κρώμνη της Τραπεζούντας. Αυτός εμελέτησε αρκετά το οφίτικο λεκτικό ιδίωμα. Άλλοι δάσκαλοι ήσαν: ο ΑνδρέαςΠαπαδόπουλος, Βασίλειος Αλχαζίδης και Ανέστης Αλχαζίδης.

Για τους πρώτους κατοίκους του χωριού λέγεται ότι τρία αδέλφια, από τα οποία τα δυο κατοίκησαν σ’ αυτό και ο τρίτος στο τούρκικο χωριό Σκενό αποτέλεσαν τη «ζύμη» του. Με το πέρασμα του χρόνου οι δυο οικογένειες έγιναν οχτώ.Δούλευαν είλωτες κοντά στους αγάδες. Η σκληρή ζωή τους ανάγκασε να φύγουν στη Ρουμανία. Όμως οι Τούρκοι αγάδες τους είχαν πολλή ανάγκη και κατάφεραν να τουςφέρουν πίσω και τους έδωσαν μερικά μικρά αγροτεμάχια. Μια μόνο οικογένεια δεν δέχτηκε να τους ακολουθήσει και έμεινε στη Ρουμανία. Από την οικογένεια εκείνη κατάγονται οι Αλχαζιδαίοι.

Οι Ζησινιώτες, και ιδιαίτερα οι γυναίκες μιλούσαν με σκοπό. Στην ομιλία τους μεταχειρίζονταν πολύ το αρχαίο αρνητικό μόριο «ου», αντί του πολύ συνηθισμένου, στα τελευταία χρόνια, στα άλλα οφίτικα χωριά «’κένα». Φθογγολογικά το «κ»σε συνδυασμό με φωνήεν ή δίφθογγο το πρόφερναν σκληρά, σαν το κρητικό και το κυπριακό «τζέ» και «τσέ».

Η Ζησινώ είχε ωραία παρχαροτόπια,όπου παραθέριζαν τα καλοκαίρια. Τα «Τσαϊρλούκια» ή «Κόμια», όπως τα λέγανε,στην περιοχή «Ζέρουξα», είχε άφθονο χορτάρι, όπου έβοσκαν και τα ζώα τους που τα ’παιρναν μαζί τους.

Τα μικρά αγροτεμάχια, που κατείχαν οι Ζησινιώτες, ήσαν στις εξής τοποθεσίες: Ευαγγελίστρα, Γουρνία, Αγιάζ’,Γαϊδουροράχ’, Κουκάρα, Αρκοφώλ’, Πεκτάς, Τσίο Γιρμάκ και Αναπαυτέρ’. ΤοΑναπαυτέρ’ ήταν πυκνότατο δάσος, όπου τα τελευταία χρόνια κρύβονταν οι χριστιανοί,για ν’αποφύγουν την επιστράτευση από τους Τούρκους.

6.ΓΙΓΑ

Για το χωριό Γίγα υπάρχει η εξήςπαράδοση:

Μετά το διωγμό των χριστιανών κατάτον 17ο αιώνα, κάποια πατριαρχική οικογένεια από τους Αβραμιδαίους εγκαταστάθηκε σε κάποια περιοχή της Αργυρουπόλεως και από το όνομά της πήρε τοχωριό Αβραμάντων.αλλά κι εδώ δεν έμελε να μείνουν ανενόχλητοι. Καινούργιοι διωγμοί τους αναγκάζουν να φύγουν από την περιοχή της Αργυρουπόλεως και να έρθουν στην επαρχία του Όφι δυο από τουςΑβραμιδαίους, οι αδερφοί Γίγας και Παρασκευάς. Από το όνομα του Γίγα ονομάστηκε το νέο χωριό στον Όφι Γίγα.Ο άλλος, ο Παρασκευάς, έγινε χατζής. Απέκτησε πολλά παιδιά. Από τους απόγονους του Παρασκευά κατάγονται οι σημερινοί Αβραμιδαίοι, Μαυρόπουλοι, Γιανταμιδαίοι,Αντωνιάδη, Χαριτόπουλοι, Βασιλειάδη, Παρασκευόπουλοι κ.α.

Πριν από την ανταλλαγή τωνΕλληνοτουρκικών πληθυσμών το χωριό Γίγα κατοικούνταν από 48 οικογένειες, 300 ψυχές περίπου. Είχε δυο εκκλησιές, τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Νικόλαο με ιερείς τον παπα-Ηλία και παπα-Γεώργιο Βασιλειάδη. Ο τελευταίος ήταν απόφοιτος του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας και εχρημάτισε για ένα χρονικό διάστημα αρχιερατικός επίτροπος και δάσκαλος στο χωριό του. Άλλοι δάσκαλοι στο χωριό Γίγα ήσαν ο Δημήτριος Μαυρόπουλος, ο Μιχαήλ Σπανίδης και ο Λάζαρος Μαυρόπουλος. Οι δυο τελευταίοι, μάλιστα,ήσαν τελειόφοιτοι του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας.

Κύρια ασχολία των κατοίκων και εδώ ήταν η γεωργία. Λίγοι ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τη βιοτεχνία, όπως ο Ι.Ν.Μαυρόπουλος(ο Καμπούρης), οι αδελφοί Χρήστος, Χαρίτωνας και Βασίλειος Μαυρόπουλοι και ο Κωνσταντίνος Γ.Βασιλειάδης, έμπορος κασμηριών και εμποροράφτης.

Λίγο έξω από το χωριό υπήρχε μικρή αγορά, που την έλεγαν «Αφκά σό Γεφύρ’» με 10 περίπου μαγαζάκια. Την ονομασία την πήρε από τη σκεπαστή γέφυρα, που υπήρχε εκεί. Εδώ είχε το εμπορικό του κατάστημα ο Γεώργιος Σάββα Μαυρόπουλος(Καραμπατσάκης), οι φουρναραίοι αδελφοί Τερζίδη και οι ράφτες (αμπατζήδες) Ανέστης και Αβραάμ Αβραμίδη. Με τη βιοτεχνία ασχολούνταν ο Σταύρος (ή Φεντίκα) και ο Γεώργιος (Μουτίκα) Αντωνιάδη ως κεραμοποιοί.

Πνευματικήκίνηση. Τα τελευταίαχρόνια ο ζήλος για μόρφωση ήταν μεγάλος. Σ’αυτό συνετέλεσαν ο εκσυγχρονισμόςκαι οι καινοτομίες, που εισήγαγαν οι μορφωμένοι δάσκαλοι. Μετά την αποφοίτησήτους από το δημοτικό σχολείο πολλά παιδιά συνέχιζαν τις σπουδές τους στο ημιγυμνάσιο των Σουρμένων (του Χάν) και μερικά από αυτό φοίτησαν στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Ένας αριστούχος του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας, ο ΛάζαροςΜαυρόπουλος, σπούδασε αργότερα γιατρός στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Χάρη στις άοκνες ενέργειες των προοδευτικών δασκάλων των τελευταίων χρόνων ιδρύθηκε εδώ ηφιλόπτωχος αδελφότης «Κυψέλη».

Το χωριό Γίγα είχε τουςφημισμένους πρακτικούς χειρούργους(τσοράχ), τον Γιορδάν’τ’Αξέν’(Αβραμίδην), τον γιό του Ιωάννη Αβραμίδη και τον Πέτρο Μαυρόπουλο.

Ήταν αρκετά κατηφορικό. Εφρόντισαν όμως και ισοπέδωσαν την αυλή του σχολείου και της εκκλησίας, για να έχουν τον κατάλληλο χώρο για χορούς και πανηγύρια τις μέρες του Πάσχα και άλλων γιορτών.

7.ΚΡΗΝΙΤΑ

Το μεγαλύτερο από όλα τα χωριά της επαρχίας ήταν το χωριό Κρηνίτα. Χωρίζονταν από τα χωριά Χάλτ, Ζουρέλ και Κοφκία από το ποτάμι Γάϊτα και από το χωριό Κοφκία από το ποτάμι Μπαλτατζί ντερέ.

Χωρίζονταν σε 4συνοικίες(μαχαλάδες): Χατζηαννάντο, Καλαϊτζαντο, Σεϊταράντο και Καθωχώρ’ή Κατωχώρ’.

Στη συνοικία Χατζηαννάντοκατοικούσαν οι Χατζηαννιδαίοι(Χατζηαννάντ’), οι Πουλικιδαίοι(Σαμαλάντ’), οι Τερζιδαίοι(Τερζάντ’) και ο Ηλιάδης από τα Σούρμενα. Στη συνοικία Καλαϊτζάντο κατοικούσαν οι Καλαϊτζιδαίοι(Καλαϊτζάντ’), οι Πολυχρονιδαίοι(Πολυχρονάντ’), οι Κοκκινιδαίοι και ο Κασσιτερόπουλος από τα Σούρμενα. Στη συνοικία Σεϊταράντο κατοικούσαν οι Σεϊταριδαίοι(Σεϊταράντ’) και στη συνοικία Καθωχώρ’ οι Εφραιμιδαίοι(Εφραιμάντ’), οι Πετρόπουλοι (Πετροπουλάντ’), οι Παπαδόπουλοι(Σουντουλάντ’), οι Μεγαλόπουλοι και ο Παραδεισόπουλος (Τζενέτης).

Η Κρηνίτα είχε 70 σπίτια με 350 περίπου κατοίκους, μιαν εκκλησίαν, των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, θολωτής στηριζομένην πάνω σε κίονες, και ιερέα τον Παπαγιάννη, που ήταν ένας από τους πιο μορφωμένους ιερείς της επαρχίας ως απόφοιτος του Γυμνασίου τηςΤραπεζούντας. Ο Παπαγιάννης υπηρέτησε επί σειράν ετών και ως δάσκαλος τουχωριού του.

Το λαμπρό τριώροφο Οκτατάξιο σχολείο της ήταν το καμάρι της επαρχίας. Εδώ εχρημάτισαν δάσκαλοι ο Βασίλειος Αλχαζίδης, Αναστάσιος Ζανέτας,Ανδρέας Παπαδόπουλος, ο Γεώργιος Αηδονίδης(από την Κρώμνη της Τραπεζούντας), ο Ιωάννης Καρυοφύλλης με το μεγαλύτερο γιο του Κωστάκη από τα Σούρμενα, ο Χριστόφορος Ιωσηφίδης, Σταύρος Κοκκινίδης, Ιωάννης Κ.Σεϊταρίδης και ΧρήστοςΤερζίδης.

Πνευματική κίνηση. Η συχνή και τακτική επαφή τωνκατοίκων του χωριού με τους αδελφούς λαούς του Καυκάσου ανοίγει νέους ορίζοντεςστην πρόοδο του χωριού. Τα τελευταία χρόνια ιδρύθηκε η φιλόπτωχος αδελφότης «ΗΠΡΟΟΔΟΣ» με παράρτημα στο Βατούμ και πρόεδρο τον Παναγιώτη Εφραιμίδη.

Τα λαμπρά οικοδομήματα του σχολείου και της εκκλησίας, χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, σώζονται και σήμερα και χρησιμοποιούνται από τους Τούρκους το κτίριο της εκκλησίας για σχολείο και το σχολείο για κατοικία των δασκάλων.

Τα τελευταία χρόνια οι περισσότεροι δάσκαλοι ήσαν απόφοιτοι του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας. Εκτός από τα εγκυκλοπαιδικά μαθήματα στο Οκτατάξιο σχολείο διδάσκονταν η γαλλική και η τουρκική γλώσσα. Η σχολική Εφορεία και η επιτροπή της εκκλησίας απαρτίζονταν από πρόσωπα σεβαστά και προικισμένα με πνευματικές ικανότητες και κύρος.

Κύρια απασχόληση των κατοίκων,όπως σ’ όλη την επαρχία, ήταν η γεωργία.Ελάχιστοι επεδόθησαν στο εμπόριο και στα επαγγέλματα και κυρίως στη σιδηρουργία κατασκευής γεωργικών εργαλείων.

Οι κάτοικοι εξενήτευαν στη Ρωσίακαι στη Ρουμανία για τον ίδιο πάντα λόγο, που εξενήτευαν και οι άλλοι Οφίτες.

Τα μικρά και άγονα αγροτεμάχια ήσαν σκορπισμένα στις εξής τοποθεσίες: Καρόνια, Κομαρίτα, Καλαπού,Παλαιολείβαδο, Καρτοπόδια(Καρυδοτόπια), Στρίδια, Φτεργάζ’(Φτέρες).

Πανηγύρια. Το μόνο πανηγύρι, που γινόταν με μεγάλη έξαρση στο χωριό Κρηνίτα, ήταν το πανηγύρι του Πάσχα. Τις ημέρες αυτές χόρευαν και τραγουδούσαν με συνοδεία νταούλ’ ζουρνά και τουλούμ’-ζουρνά στην αμφιθεατρική τοποθεσία «¨Τη Ποινής το Λειβάδ’».Τατ ελευταία χρόνια χόρευαν, μαζί με τους άντρες, και οι γυναίκες.

 

 

 

Φωτογραφικό
αρχείο του
συλλόγου μας
Φωτογραφικό αρχείο
Ακολουθήστε μας
στο facebook
Net.Works Jellyfish